Ιεραρχική προσφυγή

86.-(1)(α) Ο ιδιοκτήτης ή/και ο χειριστής ή/και ο ενοικιαστής σκάφους έχουν έκαστος το δικαίωμα να προσβάλουν, με γραπτή και αιτιολογημένη προσφυγή στον Υφυπουργό, απόφαση του γενικού διευθυντή περί επιβολής διοικητικού προστίμου, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη διαβίβαση στον προσφεύγοντα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον παρόντα Νόμο, της απόφασης στην οποία εδράζεται η ιεραρχική προσφυγή.

(β) Ο ιδιοκτήτης σκάφους έχει το δικαίωμα να προσβάλει, με γραπτή και αιτιολογημένη προσφυγή στον Υφυπουργό, απόφαση της αρμόδιας αρχής περί ανάκλησης ή αναστολής της άδειας κυκλοφορίας σκάφους, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη διαβίβαση στον προσφεύγοντα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον παρόντα Νόμο, της απόφασης στην οποία εδράζεται η ιεραρχική προσφυγή.

(γ) Η σχολή έχει το δικαίωμα να προσβάλει, με γραπτή και αιτιολογημένη προσφυγή στον Υφυπουργό, απόφαση της αρμόδιας αρχής περί ανάκλησης της έγκρισής της, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη διαβίβαση στον προσφεύγοντα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον παρόντα Νόμο, της απόφασης στην οποία εδράζεται η ιεραρχική προσφυγή.

(δ) Η επιχείρηση θαλάσσιων αθλημάτων και ψυχαγωγίας έχει το δικαίωμα να προσβάλει, με γραπτή και αιτιολογημένη προσφυγή στον Υφυπουργό, απόφαση της αρμόδιας αρχής περί αναστολής της ισχύος της άδειας ασφαλούς λειτουργίας της, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη διαβίβαση στον προσφεύγοντα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον παρόντα Νόμο, της απόφασης στην οποία εδράζεται η ιεραρχική προσφυγή.

(ε) Η επιχείρηση ναύλωσης σκαφών αναψυχής έχει το δικαίωμα να προσβάλει, με γραπτή και αιτιολογημένη προσφυγή στον Υφυπουργό, απόφαση της αρμόδιας αρχής περί αναστολής της ισχύος της άδειας ασφαλούς λειτουργίας της, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη διαβίβαση στον προσφεύγοντα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον παρόντα Νόμο, της απόφασης στην οποία εδράζεται η ιεραρχική προσφυγή.

(2) Η κατά το εδάφιο (1) υποβολή προσφυγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβληθείσας απόφασης.

(3) Σε περίπτωση υποβολής προσφυγής δυνάμει του εδαφίου (1), ο Υφυπουργός εξετάζει αυτή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, δυνάμενος, κατά την κρίση του, να ακούσει τον προσφεύγοντα ή να δώσει σε αυτόν την ευκαιρία να υποστηρίξει γραπτώς τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η ιεραρχική προσφυγή.

(4) Ο Υφυπουργός έχει εξουσία να αναθέτει σε έναν ή περισσότερους λειτουργούς του Υφυπουργείου Ναυτιλίας, οι οποίοι δεν είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή στο επίμαχο ζήτημα που αφορά η ιεραρχική προσφυγή, την εξέταση θεμάτων που αφορούν στην προαναφερόμενη προσφυγή και να απαιτεί από αυτούς να του υποβάλλουν το πόρισμα τέτοιας εξέτασης πριν από την έκδοση της απόφασής του επί της προσφυγής.

(5) Ο Υφυπουργός, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της προσφυγής, εκδίδει και διαβιβάζει γραπτώς στον προσφεύγοντα την απόφασή του επί της προσφυγής, δια της οποίας απόφασης-

(α) αποδέχεται εν όλω ή αποδέχεται εν μέρει ή απορρίπτει την προσφυγή· και

(β) κατά περίπτωση, ακυρώνει ή τροποποιεί ή επικυρώνει ή αντικαθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση.

(6) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Υφυπουργός υιοθετεί εν μέρει ή απορρίπτει προσφυγή που υποβάλλεται σε αυτόν δυνάμει του εδαφίου (1), στην απόφασή του επί της προσφυγής ο Υφυπουργός εκθέτει επαρκώς, δεόντως και σαφώς τους λόγους στους οποίους αυτή βασίζεται και πληροφορεί τον προσφεύγοντα περί του δικαιώματός του να προσβάλει την απόφασή του με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο και περί της προθεσμίας εντός της οποίας δύναται να ασκηθεί το εν λόγω δικαίωμα, κατά τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 146 του Συντάγματος.

(7) Πρόσωπο το οποίο υποβάλλει πληροφορία βάσει του εδαφίου (3) η οποία είναι ψευδής, ανακριβής ή παραπλανητική διαπράττει ποινικό αδίκημα και υπόκειται-

(α) σε περίπτωση πρώτου αδικήματος, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και στις δύο αυτές ποινές· ή

(β) σε περίπτωση μεταγενέστερου αδικήματος, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις επτά χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€7.500) ή και στις δύο αυτές ποινές.