ΜΕΡΟΣ III ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ
Διάρκεια απασχόλησης

10.-(1)(α) Στη σύμβαση απασχόλησης καθορίζονται-

(i) η ακριβής χρονική περίοδος για την οποία ο εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου θα απασχοληθεί στο πρόγραμμα·

(ii) το ωράριο εργασίας ή οι διδακτικές περίοδοι· και

(iii) η συγκεκριμένη εργασία και τα καθήκοντα για τα οποία αυτός προσλαμβάνεται.

(β) Σε περίπτωση κατά την οποία εργοδοτούμενος ορισμένου χρόνου απασχολείται σε περισσότερα από ένα προγράμματα του Υπουργείου, για κάθε πρόγραμμα υπογράφεται ξεχωριστή σύμβαση απασχόλησης.

(γ) Σε περίπτωση παράλληλης εργοδότησης εργοδοτουμένου διασφαλίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 16 του περί Διαφανών και Προβλέψιμων Όρων Εργασίας Νόμου.

(2) Η εργοδότηση προσώπου το οποίο προσλαμβάνεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7 και ο καθορισμός της διάρκειας της απασχόλησής του και της παράτασης αυτής, διενεργούνται με σύμβαση απασχόλησης ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χρονικής διάρκειας ίσης με την περίοδο λειτουργίας του κάθε προγράμματος για κάθε σχολική χρονιά, όπως ορίζεται με σχετική εγκύκλιο του Υπουργείου ή μικρότερης διάρκειας, εάν ο χρόνος που απομένει μέχρι τη λήξη του προγράμματος για την τρέχουσα σχολική χρονιά είναι μικρότερος ή εάν η ανάγκη για την οποία έγινε η πρόσληψη παύσει να υφίσταται ή εάν η ανάγκη για την οποία έγινε η πρόσληψη αφορά περίοδο μικρότερη της συνολικής διάρκειας του προγράμματος για κάθε σχολική χρονιά.

(3) Η προβλεπόμενη στο εδάφιο (2) σύμβαση δύναται να ανανεώνεται εφόσον-

(α) η ανάγκη για την οποία έγινε η πρόσληψη, εξακολουθεί να υφίσταται για κάθε σχολική χρονιά· και

(β) η απόδοση του εργοδοτούμενου αξιολογείται ως ικανοποιητική.

Μετατροπή σύμβασης ορισμένου σε αορίστου χρόνου

11. Η σύμβαση εργοδοτουμένου ο οποίος προσλαμβάνεται και απασχολείται δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 4 και ο οποίος συμπληρώνει τριάντα (30) μήνες συνολικής απασχόλησης στο ίδιο πρόγραμμα του Υπουργείου, ανεξαρτήτως της διαδοχής ή μη των συμβάσεων εργασίας του, μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου:

Νοείται ότι, εργοδοτούμενος με σύμβαση μερικής απασχόλησης, του οποίου η σύμβαση μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, συνεχίζει να απασχολείται στο ίδιο πρόγραμμα, με το ίδιο καθεστώς απασχόλησης, εφόσον υπάρχουν ανάγκες στελέχωσης στο συγκεκριμένο πρόγραμμα:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση κατά την οποία εργοδοτούμενος απασχολείται σε περισσότερα από ένα προγράμματα, η σύμβασή του μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου με τη συμπλήρωση τριάντα (30) μηνών συνολικής απασχόλησης στο συγκεκριμένο πρόγραμμα και συνεχίζει να απασχολείται στο ίδιο πρόγραμμα, με το ίδιο καθεστώς απασχόλησης, εφόσον υπάρχουν ανάγκες στελέχωσης.

Τερματισμός σύμβασης

12. Η σύμβαση εργοδοτουμένου ορισμένου και αορίστου χρόνου τερματίζεται-

(α) όταν εκλείψει η ανάγκη για την οποία έγινε η πρόσληψη·

(β) σε περίπτωση κατά την οποία η απόδοση του εργοδοτουμένου κριθεί ως μη ικανοποιητική ή ανεπαρκής κατά την προβλεπόμενη στο άρθρο 14 διαδικασία αξιολόγησης·

(γ) σε περίπτωση κατά την οποία ο εργοδοτούμενος παραβιάσει οποιονδήποτε από τους όρους της σύμβασης·

(δ) σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση που δικαιολογείται τερματισμός της απασχόλησης εργοδοτουμένου δυνάμει των διατάξεων του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου:

Νοείται ότι, σε περίπτωση τερματισμού της σύμβασης εργοδοτουμένου ορισμένου και αορίστου χρόνου, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου όσον αφορά την ελάχιστη περίοδο προειδοποίησης και την καταβλητέα αποζημίωση:

Νοείται περαιτέρω ότι, ο εργοδοτούμενος ορισμένου και αορίστου χρόνου ο οποίος προτίθεται να τερματίσει ο ίδιος την απασχόλησή του οφείλει να δώσει στον εργοδότη του την ελάχιστη περίοδο προειδοποίησης, όπως προβλέπεται στις διατάξεις του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου.