ΤΕΤΑΡΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΤΕΤΑΡΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΜΕΡΟΣ Ι

(Άρθρο 14 και 14Α)

ΑΞΙΑ — ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ

1.—(1) Σε οποιαδήποτε περίπτωση κατά την οποία—

(α) Η αξία μιας συναλλαγής (μη λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της παρούσας παραγράφου) που πραγματοποιείται από υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο έναντι χρηματικής αντιπαροχής, είναι μικρότερη από την κανονική της αξία και

(β) το πρόσωπο που πραγματοποιεί τη συναλλαγή και το πρόσωπο προς το οποίο αυτή πραγματοποιείται είναι συνδεδεμένα, και

(γ) αν η εν λόγω συναλλαγή είναι φορολογητέα, αλλά το πρόσωπο προς το οποίο πραγματοποιείται δε δικαιούται δυνάμει των άρθρων 20 και 21 να εκπέσει ολόκληρο το Φ.Π.Α. ο οποίος την επιβαρύνει,

τότε ο Έφορος δύναται να ορίσει ότι η αξία της συναλλαγής θα θεωρείται ότι είναι η κανονική της αξία.

(2) Οποιαδήποτε απόφαση δυνάμει της παρούσας παραγράφου γνωστοποιείται γραπτώς στο πρόσωπο που πραγματοποιεί τη συναλλαγή, δεν μπορεί όμως να γνωστοποιηθεί τέτοια απόφαση μετά την πάροδο τριών ετών από το χρόνο της συναλλαγής.

(3) Απόφαση που γνωστοποιείται σε πρόσωπο δυνάμει της παρούσας παραγράφου σε σχέση με συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από το πρόσωπο αυτό, μπορεί να περιλαμβάνει και απόφαση ότι η αξία οποιασδήποτε συναλλαγής—

(α) Που πραγματοποιείται από αυτό ύστερα από τη γνωστοποίηση, ή ύστερα από τέτοια μεταγενέστερη ημερομηνία που δυνατό να καθορίζεται στη γνωστοποίηση, και

(β) για την οποία ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων (α) μέχρι (γ) της υποπαραγράφου (1) πιο πάνω,

θα θεωρείται ότι είναι η αξία της στην ελεύθερη αγορά.

(4) Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οποιοδήποτε ζήτημα ως προς το κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι συνδεδεμένο με άλλο καθορίζεται σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις:

(α) Ένα πρόσωπο είναι συνδεδεμένο με άλλο πρόσωπο αν το πρώτο πρόσωπο είναι σύζυγος ή συγγενής του δεύτερου προσώπου, ή είναι σύζυγος συγγενή του δεύτερου προσώπου, ή είναι συγγενής του συζύγου ή της συζύγου του δεύτερου προσώπου˙

(β) ένα πρόσωπο είναι συνδεδεμένο με οποιοδήποτε πρόσωπο με το οποίο διατηρεί συνεταιρισμό, και με το σύζυγο ή τη σύζυγο ή συγγενή οποιουδήποτε προσώπου με το οποίο διατηρεί συνεταιρισμό˙

(γ) μια εταιρεία είναι συνδεδεμένη με άλλη εταιρεία—

(i) αν το ίδιο πρόσωπο έχει τον έλεγχο και των δύο, ή αν ένα πρόσωπο έχει τον έλεγχο της μιας και πρόσωπα συνδεδεμένα μαζί του, ή ο ίδιος και πρόσωπα συνδεδεμένα μαζί του, έχουν τον έλεγχο της άλλης˙ ή

(ii) αν μια ομάδα δύο ή περισσότερων προσώπων έχει τον έλεγχο της καθεμιάς εταιρείας, και οι ομάδες είτε αποτελούνται από τα ίδια πρόσωπα είτε θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι αποτελούνται από τα ίδια πρόσωπα θεωρώντας (σε μια ή περισσότερες περιπτώσεις) ένα μέλος είτε της μιας είτε της άλλης ομάδας ότι αντικαθίσταται από άλλο πρόσωπο με το οποίο είναι συνδεδεμένο˙

(δ) μια εταιρεία είναι συνδεδεμένη με άλλο πρόσωπο αν το πρόσωπο αυτό έχει τον έλεγχο της ή το πρόσωπο αυτό και πρόσωπα συνδεδεμένα μαζί του έχουν τον έλεγχο της˙

(ε) οποιαδήποτε δύο ή περισσότερα πρόσωπα που ενεργούν μαζί για να εξασφαλίσουν ή να ασκήσουν τον έλεγχο μιας εταιρείας θεωρούνται σε σχέση με την εν λόγω εταιρεία ότι είναι συνδεδεμένα το ένα με το άλλο και με οποιοδήποτε πρόσωπο που ενεργεί με τις οδηγίες οποιουδήποτε από αυτά για να εξασφαλίσει ή να ασκήσει τον έλεγχο της εταιρείας˙

(στ) στην παρούσα παράγραφο—

"εταιρεία" περιλαμβάνει οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, αλλά δεν περιλαμβάνει συνεταιρισμό˙

"έλεγχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει την εξουσία προσώπου να εξασφαλίσει ότι—

(i) μέσω κατοχής μετοχών ή δικαιώματος ψήφου στο νομικό πρόσωπο ή σε σχέση με αυτό, ή σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο νομικό πρόσωπο, ή˙

(ii) δυνάμει οποιωνδήποτε εξουσιών που του παραχωρεί το καταστατικό ή άλλο έγγραφο που διέπει τη λειτουργία του εν λόγω νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε άλλου νομικού προσώπου,

οι υποθέσεις του πρώτου νομικού προσώπου διεξάγονται σύμφωνα με τις επιθυμίες του προσώπου αυτού, και, σε σχέση με συνεταιρισμό, σημαίνει το δικαίωμα σε μερίδιο πέραν του ενός δευτέρου των περιουσιακών στοιχείων, ή πέραν του ενός δευτέρου του εισοδήματος του συνεταιρισμού˙

"συγγενής" σημαίνει αδελφό, αδελφή, ανιόντα ή κατιόντα κατά ευθεία γραμμή ή τους συζύγους τους.

(5) Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται σε συναλλαγή για την οποία εφαρμόζεται η παράγραφος 7 πιο κάτω.

1Α.-(1)  Όταν -

(α) οποιαδήποτε αγαθά των οποίων η παράδοση συνεπάγεται τη μεταφορά τους προς τη Δημοκρατία -

(i) επιβαρύνονται σε σχέση με τη μεταφορά  τους προς τη Δημοκρατία με ειδικό φόρο κατανάλωσης· ή

(ii) αφορούν καινούργια μεταφορικά μέσα τα  οποία σε σχέση με τη μεταφορά τους προς τη Δημοκρατία επιβαρύνονται με φόρο κατανάλωσης· ή

(iii) για αυτή τη μεταφορά υπόκεινται, σύμφωνα με οποιαδήποτε διάταξη που εκάστοτε ισχύει για μεταβατικούς σκοπούς σε σχέση με την ένταξη οποιουδήποτε Κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε οποιοδήποτε εισαγωγικό δασμό ή ειδικό φόρο κατανάλωσης ή φόρο κατανάλωσης·

τότε η αξία της παράδοσης, θα θεωρείται ότι είναι για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου το άθροισμα της αξίας της, και του ποσού, στην έκταση που δεν έχει ήδη περιληφθεί στην αξία αυτή, του ειδικού φόρου κατανάλωσης ή, ανάλογα με την περίπτωση, του εισαγωγικού δασμού ή του ειδικού φόρου κατανάλωσης ή του φόρου κατανάλωσης που έχει ή θα καταβληθεί σε σχέση με τα αγαθά.

2.—(1) Όταν αγαθά παραδίδονται ή υπηρεσίες παρέχονται έναντι χρηματικής αντιπαροχής και με όρους που επιτρέπουν έκπτωση για έγκαιρη πληρωμή, η αντιπαροχή λαμβάνεται για τους σκοπούς του άρθρου 14 ως μειωμένη κατά την έκπτωση, ανεξάρτητα από το αν η πληρωμή γίνεται σύμφωνα με εκείνους τους όρους ή όχι.

(2) Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται όταν οι όροι περιλαμβάνουν οποιαδήποτε αναφορά για πληρωμή με δόσεις.

3. Όταν το δικαίωμα παραλαβής αγαθών ή λήψης υπηρεσιών, που ενσωματώνεται σε κουπόνι, εκχωρείται έναντι αντιπαροχής, η αντιπαροχή αγνοείται για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου εκτός στην έκταση (αν υπάρχει) που υπερβαίνει το ποσό που αναγράφεται στο κουπόνι.

4.—(1) Όταν υπάρχει παράδοση αγαθών δυνάμει—

(α) Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 8(5)˙ ή

(β) της παραγράφου 4(1) του Δεύτερου Παραρτήματος (όχι όμως έναντι αντιπαροχής)˙ ή

(γ) της παραγράφου 6 του Δεύτερου Παραρτήματος,

(δ) της παραγράφου 3(ε) του Δεύτερου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου,

τότε, εκτός των περιπτώσεων που εφαρμόζεται η παράγραφος 7 πιο κάτω, η αξία της παράδοσης καθορίζεται σύμφωνα με την επόμενη υποπαράγραφο.

(2) Η αξία της παράδοσης είναι—

(α) Τόση χρηματική αντιπαροχή όση θα ήταν πληρωτέα από το πρόσωπο που πραγματοποιεί την παράδοση αν επρόκειτο, κατά το χρόνο της παράδοσης, να αγοράσει αγαθά πανομοιότυπα από κάθε άποψη (περιλαμβανομένης της ηλικίας και της κατάστασης) με τα εν λόγω αγαθά˙ ή

(β) εάν η αξία δεν μπορεί να εξακριβωθεί σύμφωνα με την παράγραφο (α) πιο πάνω, τόση χρηματική αντιπαροχή όση θα ήταν πληρωτέα από το εν λόγω πρόσωπο αν επρόκειτο κατά το χρόνο εκείνο να αγοράσει αγαθά όμοια και της ίδιας ηλικίας και κατάστασης με τα εν λόγω αγαθά˙ ή

(γ) εάν η αξία δεν μπορεί να εξακριβωθεί ούτε με βάση την παράγραφο (α) ούτε με βάση την παράγραφο (β) πιο πάνω, το κόστος παραγωγής των εν λόγω αγαθών αν επρόκειτο να παραχθούν κατά το χρόνο εκείνο.

(3) Για τους σκοπούς της υποπαραγράφου (2) πιο πάνω, το ποσό της χρηματικής αντιπαροχής που θα ήταν πληρωτέο από οποιοδήποτε πρόσωπο αν επρόκειτο να αγοράσει οποιαδήποτε αγαθά, λογίζεται ότι είναι το ποσό που θα ήταν πληρωτέο ύστερα από την αφαίρεση οποιουδήποτε ποσού που συμπεριλαμβάνεται στην τιμή αγοράς ως Φ.Π.Α. επί της παράδοσης των αγαθών στο εν λόγω πρόσωπο.

5. Όταν υπάρχει παροχή υπηρεσιών δυνάμει—

(α) Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 8(4)˙ ή

(β) της παραγράφου 4(4) του Δεύτερου Παραρτήματος (όχι όμως έναντι αντιπαροχής), τότε η αξία της παροχής θεωρείται ότι είναι το πλήρες κόστος στο υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο που παρέχει τις υπηρεσίες εκτός στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται η παράγραφος 7 πιο κάτω.

6. Όταν οποιαδήποτε παροχή υπηρεσιών θεωρείται δυνάμει του άρθρου 11 ότι πραγματοποιείται από το πρόσωπο το οποίο τις λαμβάνει, η αξία της παροχής λαμβάνεται ότι είναι—

(α) Σε περίπτωση που η αντιπαροχή έναντι της οποίας πραγματικά παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες σε αυτό ήταν χρηματική, τόσο ποσό όσο είναι ίσο με εκείνη την αντιπαροχή˙ και

(β) σε περίπτωση που η αντιπαροχή δεν ήταν ή δεν ήταν πλήρως χρηματική, τόσο ποσό όσο είναι αντίστοιχο προς εκείνη την αντιπαροχή.

7.—(1) Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται σε περίπτωση παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών, είτε έναντι αντιπαροχής είτε όχι, η οποία πραγματοποιείται από εργοδότη και συνίσταται—

(α) Στην παροχή, μέσα στα πλαίσια επισιτισμού, τροφής και ποτών στους εργοδοτουμένους του, ή

(β) στην παροχή διαμονής σε εργοδοτουμένους του σε ξενοδοχείο, πανδοχείο ή παρόμοιο κατάλυμα.

(2) Η αξία της συναλλαγής για την οποία εφαρμόζεται η παρούσα παράγραφος λαμβάνεται ότι είναι μηδέν, εκτός αν η συναλλαγή πραγματοποιείται έναντι αντιπαροχής πλήρως ή μερικώς χρηματικής και σε τέτοια περίπτωση η αξία της θα καθοριστεί αγνοώντας οποιαδήποτε μη χρηματική αντιπαροχή.

8.—(1) Τηρουμένων των επόμενων διατάξεων της παρούσας παραγράφου, όταν—

(α) Υπάρχει παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών, και

(β) οποιοδήποτε ποσό σχετικό με τον καθορισμό της αξίας της συναλλαγής είναι εκφρασμένο σε νόμισμα άλλο από την Κυπριακή λίρα,

τότε, για τους σκοπούς καθορισμού της αξίας της συναλλαγής, το ποσό αυτό μετατρέπεται σε Κυπριακές λίρες λαμβάνοντας υπόψη την ισοτιμία του νομίσματος αυτού προς την κυπριακή λίρα, κατά τη σχετική ημέρα, σύμφωνα με την εκάστοτε σε ισχύ τελωνειακή νομοθεσία.

(2) Ο χρόνος με αναφορά στον οποίο η κατάλληλη τιμή συναλλάγματος καθορίζεται για τους σκοπούς καθορισμού της αξίας οποιασδήποτε συναλλαγής είναι ο χρόνος που λαμβάνει χώρα η συναλλαγή˙ και, αναλόγως, η ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνει χώρα είναι η σχετική ημερομηνία για τους σκοπούς της υποπαραγράφου (1) πιο πάνω.

9. Απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει της παραγράφου 1 πιο πάνω μπορεί να τροποποιηθεί ή να αποσυρθεί από τον Έφορο με μεταγενέστερη γραπτή απόφαση.

10. ΄Οταν υπάρχει μίσθωση της ακίνητης Ιδιοκτησίας, που καθορίζεται στην παράγραφο 9 (α)ιι του Πίνακα Α του Πέμπτου Παραρτήματος και στις παραγράφους 1(β) μέχρι 4 του ΄Ογδοου Παραρτήματος, με δικαίωμα εξαγοράς, η αξία της συναλλαγής είναι η συμφωνηθείσα τιμή μετά την αφαίρεση των τμηματικών καταβαλλόμενων μισθωμάτων για τα οποία οφείλεται ξεχωριστός φόρος, ως παροχή υπηρεσιών, κατά το χρόνο που προβλέπεται από τη συμφωνία να καταβάλλονται.

 

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΑΞΙΑ ΑΠΟΚΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ-

ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ

 

1.-(1)  Όταν αγαθά, σε τέτοιες περιπτώσεις που το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Κανονισμούς να καθορίζει, αποκτώνται στη Δημοκρατία από άλλο κράτος μέλος -

(α) επιβαρύνονται σε σχέση με τη μεταφορά τους προς τη Δημοκρατία με ειδικό φόρο κατανάλωσης· ή

(β) αφορούν καινούργια μεταφορικά μέσα τα οποία σε σχέση με τη μεταφορά τους προς τη Δημοκρατία επιβαρύνονται με φόρο κατανάλωσης· ή

(γ) για αυτή τη μεταφορά υπόκεινται, σύμφωνα με οποιαδήποτε διάταξη που εκάστοτε ισχύει για μεταβατικούς σκοπούς σε σχέση με την ένταξη οποιουδήποτε κράτους στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε οποιοδήποτε εισαγωγικό δασμό ή ειδικό φόρο κατανάλωσης ή φόρο κατανάλωσης,

τότε η αξία της παράδοσης, θεωρείται ότι είναι για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου το άθροισμα της αξίας της χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η παρούσα παράγραφος και του ποσού, στην έκταση που δεν έχει ήδη περιληφθεί στην αξία αυτή, του ειδικού φόρου κατανάλωσης ή, ανάλογα με την περίπτωση, του εισαγωγικού δασμού ή του ειδικού φόρου κατανάλωσης ή του φόρου κατανάλωσης που έχει ή θα καταβληθεί σε σχέση με τα εν λόγω αγαθά.

2.-(1)  Όταν αγαθά αποκτώνται από άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με οτιδήποτε το οποίο θεωρείται ως συναλλαγή για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου δυνάμει της παραγράφου 4(1) ή 4Α του Δεύτερου Παραρτήματος, η αξία της σχετικής πράξης καθορίζεται, στην περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχει αντιπαροχή, σύμφωνα με την υποπαράγραφο (2).

(2)  Η αξία της πράξης είναι -

(α) τόση χρηματική αντιπαροχή όση θα ήταν πληρωτέα από τον προμηθευτή που πραγματοποιεί την παράδοση αν επρόκειτο, κατά  το χρόνο της απόκτησης, να αγοράσει αγαθά πανομοιότυπα από κάθε άποψη, περιλαμβανομένης της ηλικίας και της κατάσταση, με τα εν λόγω αγαθά· ή

(β) αν η αξία δεν μπορεί να εξακριβωθεί σύμφωνα με την παράγραφο (α), τόση χρηματική αντιπαροχή όση θα ήταν πληρωτέα από τον προμηθευτή αν επρόκειτο κατά το χρόνο εκείνο να αγοράσει αγαθά όμοια και της ίδιας ηλικίας και κατάστασης με τα εν λόγω αγαθά· ή

(γ) αν η αξία δεν μπορεί να εξακριβωθεί ούτε με βάση την παράγραφο (α) ούτε με βάση την παράγραφο (β), το κόστος παραγωγής των εν λόγω αγαθών αν επρόκειτο να παραχθούν κατά το χρόνο εκείνο.

(3)  Για τους σκοπούς της υποπαραγράφου (2), το ποσό της χρηματικής αντιπαροχής που θα ήταν πληρωτέο από οποιοδήποτε πρόσωπο αν επρόκειτο να αγοράσει οποιαδήποτε αγαθά, λογίζεται ότι είναι το ποσό που θα ήταν πληρωτέο ύστερα από την αφαίρεση οποιουδήποτε ποσού που συμπεριλαμβάνεται στην τιμή αγοράς ως Φ.Π.Α. επί της παράδοσης των αγαθών στο εν λόγω πρόσωπο.

3.-(1) Τηρουμένων των επόμενων διατάξεων της παρούσας παραγράφου, όταν -

(α)  αγαθά αποκτώνται από άλλο κράτος μέλος· και

(β) οποιοδήποτε ποσό σχετικό με τον καθορισμό της αξίας της σχετικής πράξης είναι εκφρασμένο σε νόμισμα άλλο από ευρώ,

τότε, για σκοπούς καθορισμού της αξίας της σχετικής πράξης, το ποσό αυτό μετατρέπεται σε ευρώ λαμβάνοντας υπόψη την ισοτιμία του νομίσματος αυτού προς το ευρώ, κατά τη σχετική ημέρα, σύμφωνα με την ισοτιμία που δημοσιεύθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

(2)  Όταν αγαθά αποκτώνται από κράτος μέλος, η κατάλληλη τιμή συναλλάγματος θα πρέπει να καθορίζεται για το σκοπό καθορισμού  της αξίας της σχετικής πράξης  με  αναφορά στο σχετικό χρόνο. και   αντίστοιχα,    η ημέρα   κατά την οποία εμπίπτει ο εν λόγω χρόνος είναι η σχετική ημέρα για τους σκοπούς της υποπαραγράφου (1).

4.  Στο παρόν Μέρος -

«σχετική πράξη», σε σχέση με οποιανδήποτε απόκτηση αγαθών από άλλο κράτος μέλος, σημαίνει την πράξη σύμφωνα με την οποία τα αγαθά αποκτώνται·

«ο σχετικός χρόνος», σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια απόκτηση, σημαίνει -

(α)  αν το πρόσωπο από το οποίο αποκτώνται τα αγαθά  δεν είναι υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο και ο χρόνος της απόκτησης δεν καθορίζεται σύμφωνα με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 12Γ(3), ο χρόνος του γεγονότος ο οποίο, σε σχέση με αυτή την απόκτηση, είναι το πρώτο σχετικό γεγονός για τους σκοπούς φορολόγησης της απόκτησης· και

(β)  σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, ο χρόνος της απόκτησης.