Ερμηνεία

2. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια -

«Αναθεωρητικό Συμβούλιο» σημαίνει το Αναθεωρητικό Συμβούλιο που ορίζεται από τον Υπουργό σύμφωνα με το άρθρο 25·

«άπορος» σημαίνει πρόσωπο του οποίου το ετήσιο εισόδημα δεν υπερβαίνει τα οκτώ χιλιάδες πεντακόσια σαράντα τρία ευρώ (€8.543) ή μέλος οικογένειας της οποίας το ετήσιο εισόδημα δεν υπερβαίνει τα δεκαεπτά χιλιάδες ογδόντα έξι ευρώ (€17.086), πλέον οκτακόσια πενήντα τέσσερα ευρώ (€854) για κάθε εξαρτώμενο τέκνο.

«Αρμόδια Αρχή» σημαίνει τον Υπουργό Υγείας·

«ασθενής», για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, σημαίνει κάθε φυσικό πρόσωπο που επιδιώκει να λάβει ή λαμβάνει υγειονομική περίθαλψη σε κράτος μέλος·

«ασφαλισμένος» σημαίνει:

(α) τα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των μελών των οικογενειών τους και των επιζώντων τους, που καλύπτονται από το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, και είναι ασφαλισμένα κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο (γ) του ίδιου Κανονισμού, και,

(β) οι υπήκοοι τρίτων χωρών που καλύπτονται από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 859/2003 ή από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1231/2010, ή που πληρούν τους όρους της εθνικής νομοθεσίας για δικαίωμα σε παροχές·

«ασφαλισμένος στην Κυπριακή Δημοκρατία» σημαίνει ασθενή ο οποίος είναι ασφαλισμένος κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο (γ) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, και ο οποίος έχει δικαίωμα σε παροχές ασθενείας με βάση τον περί Ιατρικών Ιδρυμάτων και Υπηρεσιών (Ρύθμιση και Τέλη) Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε αντικαθίσταται ή τροποποιείται.

«ασφαλισμένος σε άλλο κράτος μέλος» σημαίνει ασθενή ο οποίος είναι ασφαλισμένος κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο (γ) του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004, και ο οποίος έχει δικαίωμα υγειονομικής περίθαλψης σύμφωνα με τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους·

«Γενικός Διευθυντής» σημαίνει το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Υγείας·

«δημόσιος τομέας» σημαίνει τη δημόσια υπηρεσία ή/και τον Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας που ιδρύεται με βάση τις διατάξεις του περί Ίδρυσης Οργανισμού Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας Νόμου·

«διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη» σημαίνει την υγειονομική περίθαλψη που παρέχεται ή συνταγογραφείται σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος ασφάλισης·

«Διευθυντής» σημαίνει τον Διευθυντή του Τμήματος Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας·

«επαγγελματίας υγείας» σημαίνει τον ιατρό, το νοσηλευτή που είναι υπεύθυνος για τη γενική περίθαλψη, τον οδοντίατρο, τη μαία ή το φαρμακοποιό κατά την έννοια του περί Αναγνώρισης των Επαγγελματικών Προσόντων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται και όπως προβλέπεται στην εθνική νομοθεσία, που αφορά τα επαγγέλματα αυτά, ή άλλο επαγγελματία που ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, η οποία περιορίζεται σε ένα νομοθετικά κατοχυρωμένο επάγγελμα, όπως ορίζεται στον περί Αναγνώρισης των Επαγγελματικών Προσόντων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ή πρόσωπο που θεωρείται επαγγελματίας υγείας σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους θεραπείας·

«Επιτροπή» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή·

«Επιτροπή Ειδικών» σημαίνει την Επιτροπή που καθορίζεται στο άρθρο 18·

«Εθνικό Σημείο Επαφής» ή «ΕΣΕ» σημαίνει το Εθνικό Σημείο Επαφής που ορίζεται με βάση το άρθρο 7 του παρόντος Νόμου·

«ιατρική συνταγή» ή «συνταγή» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 77 του περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

«ιατρικός φάκελος», για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, σημαίνει όλα τα έγγραφα που περιέχουν δεδομένα, εκτιμήσεις και πληροφορίες κάθε είδους σχετικά με την κατάσταση και την κλινική εξέλιξη του ασθενούς καθ’ όλη τη διαδικασία περίθαλψης·

«ιατροτεχνολογικό βοήθημα» σημαίνει το ιατροτεχνολογικό βοήθημα όπως ορίζεται στον περί Βασικών Απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν Καθορισμένες Κατηγορίες Προϊόντων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 726/2004» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 726/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 2004 για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών χορήγησης άδειας και εποπτείας όσον αφορά τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη και για κτηνιατρική χρήση και για τη σύσταση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ).

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004», σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004 για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης (κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ και για την Ελβετία), όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περιλαμβάνει τα κράτη που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και την Ελβετία·

«κράτος μέλος διαμονής» σημαίνει το κράτος μέλος στο οποίο πρόσωπο έχει το συνήθη τόπο διαμονής του·

«κράτος μέλος ασφάλισης» σημαίνει:

(α) για τα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των μελών των οικογενειών τους και των επιζώντων τους, που καλύπτονται από το άρθρο 2 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και είναι ασφαλισμένα κατά την έννοια του άρθρου 1 στοιχείο (γ) του ίδιου Κανονισμού, το κράτος μέλος που είναι αρμόδιο να χορηγήσει στον ασφαλισμένο προηγούμενη έγκριση για να λάβει την κατάλληλη θεραπεία εκτός του κράτους μέλους διαμονής του, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 987/2009·

(β) για υπήκοους τρίτων χωρών που καλύπτονται από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 859/2003 ή από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1231/2010 ή που πληρούν τους όρους της εθνικής νομοθεσίας για δικαίωμα σε παροχές, το κράτος μέλος που είναι αρμόδιο να χορηγήσει στον ασφαλισμένο προηγούμενη έγκριση για να λάβει την κατάλληλη θεραπεία σε άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 859/2003 ή από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1231/2010. Εάν κανένα κράτος μέλος δεν είναι αρμόδιο σύμφωνα με τους Κανονισμούς αυτούς, κράτος μέλος ασφάλισης είναι το κράτος μέλος όπου το πρόσωπο είναι ασφαλισμένο ή έχει δικαίωμα σε παροχές ασθενείας σύμφωνα με τη νομοθεσία του συγκεκριμένου κράτους μέλους·

«κράτος μέλος θεραπείας» σημαίνει το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου παρέχεται πραγματικά στον ασθενή η υγειονομική περίθαλψη και το οποίο είναι διαφορετικό από το κράτος μέλος ασφάλισης. Σε περίπτωση τηλεϊατρικής, η υγειονομική περίθαλψη θεωρείται ότι παρέχεται στο κράτος μέλος όπου ο πάροχος υγειονομικής περίθαλψης έχει την έδρα του ·

«οδηγία 2001/83/ΕΚ» σημαίνει την Οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.

«πάροχος υγειονομικής περίθαλψης» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλο φορέα που παρέχει νόμιμα υγειονομική περίθαλψη στο έδαφος κράτους μέλους·

«συναφή έξοδα» σημαίνει έξοδα διαμονής και μετακίνησης ή συμπληρωματικά έξοδα στα οποία  υποβάλλονται τα ασφαλισμένα πρόσωπα όταν λαμβάνουν διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη·

«Σύστημα Πληροφόρησης για την Εσωτερική Αγορά» ή «Internal Market Information System» ή «IMI» σημαίνει το ηλεκτρονικό μέσο που παρέχει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη διευκόλυνση της διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θεσπίζεται σύμφωνα με τον Κανονισμό (Ε.Ε.) αριθ. 1024/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την Εσωτερική Αγορά και την κατάργηση της απόφασης 2008/49/ΕΚ («κανονισμός IMI») (κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)·

«τεχνολογία στον τομέα της υγείας» σημαίνει φάρμακο, ιατροτεχνολογικό βοήθημα ή ιατρικές και χειρουργικές διαδικασίες καθώς και μέτρα για την πρόληψη, διάγνωση ή θεραπεία ασθενειών τα οποία χρησιμοποιούνται στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης·

«υγειονομική περίθαλψη» σημαίνει τις υπηρεσίες υγείας που παρέχονται σε ασθενείς από επαγγελματίες της υγείας προκειμένου να εκτιμηθεί, να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η κατάσταση της υγείας τους, συμπεριλαμβανομένης της συνταγογράφησης, της χορήγησης και της προμήθειας φαρμάκων και ιατροτεχνολογικών βοηθημάτων·

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Υγείας·

«φάρμακο» σημαίνει το φάρμακο όπως ορίζεται στον περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.