ΜΕΡΟΣ IΧ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΣΗΣ ΕΞ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΠΙΣΤΩΤΩΝ
Διάταγμα πληρωμής με δόσεις

90.-(1) Το Δικαστήριο δύναται, αν κρίνει τούτο σκόπιμο κατά ή μετά την εξέταση που γίνεται δυνάμει του Μέρους VIII, να διατάξει όπως το οφειλόμενο δυνάμει της απόφασης χρέος πληρωθεί με δόσεις κατά τις ημερομηνίες και στα ποσά που ήθελε κρίνει εύλογα και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του οφειλέτη.

(2) Διάταγμα το οποίο εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1) δύναται να ακυρωθεί, ανασταλεί ή τροποποιηθεί ύστερα από αίτηση του οφειλέτη αν αποδείξει ότι η οικονομική του κατάσταση έχει αλλάξει ουσιαστικά από την ημερομηνία της τελευταίας εξέτασης με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να καταβάλει τις δόσεις στους χρόνους και στα ποσά που το Δικαστήριο προσδιόρισε στο διάταγμα του ή εάν το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα περιστατικά που θα θέσει ενώπιόν του ο οφειλέτης, θεωρήσει σκόπιμο ή και επιεικές να ακυρώσει, αναστείλει ή τροποποιήσει το διάταγμα.

(3) Διάταγμα δυνάμει του εδαφίου (1) δύναται να διαφοροποιηθεί επίσης ύστερα από αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή αν αποδείξει ότι-

(α) Η οικονομική κατάσταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη είχε αλλάξει προς το καλύτερο από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ή της τελευταίας διαφοροποίησης του ή

(β) κατά την εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου ο εξ αποφάσεως οφειλέτης απέκρυψε ή δεν αποκάλυψε την ύπαρξη ουσιωδών γεγονότων ή συνθηκών προσδιοριστικών της οικονομικής του κατάστασης, τα οποία αν ήταν γνωστά στο Δικαστήριο, το περιεχόμενο του διατάγματος θα ήταν ουσιαστικά διαφορετικό από το ήδη εκδοθέν, νοουμένου ότι οι πληροφορίες για την ύπαρξη των γεγονότων ή συνθηκών αυτών περιήλθαν σε γνώση του εξ αποφάσεως πιστωτή μετά την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος.

Δόσεις εισπραττόμενες ως χρηματική ποινή

90Α.(1) Σε περίπτωση που πριν την 15η  Ιουνίου 2005 είχε εκδοθεί διάταγμα ή ένταλμα δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 91, το οποίο καταργήθηκε δυνάμει του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Νόμου του 2004, για είσπραξη ποσού δόσεων ή και εξόδων ως χρηματικής ποινής που επιβλήθηκε σε ποινική υπόθεση, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις:

(α) Το διάταγμα ή ένταλμα δύναται κατά πάντα χρόνο, πριν ή μετά την εκτέλεση του, να ανασταλεί ή τροποποιηθεί ή ακυρωθεί, ύστερα από αίτηση του εξ' αποφάσεως οφειλέτη, αν αποδείξει ότι η οικονομική του κατάσταση έχει αλλάξει από την ημερομηνία έκδοσης του τελευταίου διατάγματος δόσεων ή του διατάγματος ή του εντάλματος δυνάμει του εδαφίου (1) του καταργηθέντος άρθρου 91, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να καταβάλει το ποσό του διατάγματος ή εντάλματος ή αν αποδείξει οποιαδήποτε άλλη εύλογη αιτία που να δικαιολογεί αναστολή, τροποποίηση ή ακύρωση του διατάγματος ή εντάλματος που εκδόθηκε δυνάμει του πιο πάνω εδαφίου (1),

(β) εκκρεμούσης αίτησης η οποία υπεβλήθη δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου και ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (4) του άρθρου 9 του παρόντος Νόμου και τις διατάξεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν μονομερούς αίτησης του εξ' αποφάσεως οφειλέτη, να διατάξει την προσωρινή αναστολή του εντάλματος ή διατάγματος, για όσο χρόνο εκκρεμεί η αίτηση της εν λόγω παραγράφου (α),

(γ) το Δικαστήριο δύναται, στη περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου και μετά από αίτηση του εξ' αποφάσεως οφειλέτη, να τροποποιήσει το εκδιδόμενο δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 90 διάταγμα, αν ικανοποιηθεί ότι η οικονομική κατάσταση του εν λόγω οφειλέτη έχει αλλάξει ουσιαστικά από την ημερομηνία της τελευταίας εξέτασης του, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να καταβάλει τις δόσεις κατά τους χρόνους και τα ποσά που το Δικαστήριο προσδιόρισε στο διάταγμα του.

(2) Οι διατάξεις του περί Νομικής Αρωγής Νόμου τυγχάνουν εφαρμογής, καθόσον αφορά τις διαδικασίες που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου:

Νοείται ότι το Δικαστήριο, κατά τη διαδικασία εφαρμογής του πιο πάνω περί Νομικής Αρωγής Νόμου, δύναται να αποφασίσει την έκδοση πιστοποιητικού για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, χωρίς να απαιτήσει κοινωνικοοικονομική έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 7 του υπό αναφορά Νόμου.

(3) Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αίτηση η οποία υπεβλήθη δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, δύναται είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αίτησης του εξ' αποφάσεως οφειλέτη, να διατάξει όπως άλλα εκκρεμούντα διατάγματα ή εντάλματα φυλάκισης, τα οποία αφορούν τον ίδιο οφειλέτη και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, συνενωθούν επί της αίτησης και ανασταλούν ή τροποποιηθούν ή ακυρωθούν σύμφωνα με τις πρόνοιες της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου.


Δόσεις εισπραττόμενες ως χρηματική ποινή

91. [Διαγράφηκε]
Πράξεις καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτών

91A.-(1) Πράξεις καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτών συνιστούν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες ενέργειες από ή εκ μέρους του εξ αποφάσεως οφειλέτη-

(α) Οποιαδήποτε δωρέα, μεταβίβαση ή επιβάρυνση προς όφελος τρίτου οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη, ή

(β) οποιαδήποτε μετακίνηση, απόκρυψη ή άλλη αποξένωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη,

εφόσον αυτές γίνονται με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση ικανοποίησης των εξ αποφάσεως χρεών του οφειλέτη.

(2) Οι ενέργειες που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1) τεκμαίρονται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έγιναν με σκοπό την καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, ανεξαρτήτως εάν έγιναν πριν ή μετά την καταχώρηση της αγωγής δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση την εκτέλεση της οποίας επιδιώκει ο ειρημένος πιστωτής.

(3) Πράξη καταδολίευσης δύναται να θεωρείται και οποιαδήποτε παράλειψη καταβολής από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη του ποσού το οποίο υπολογίζεται ως δίκαιο και εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων και διατάζεται να πληρωθεί με δόσεις δυνάμει  διατάγματος του Δικαστηρίου κατά τις διατάξεις του άρθρου 90.

Αδικήματα καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτών

91Β.-(1) Εξ αποφάσεως οφειλέτης ο οποίος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη καταδολίευσης κατά την έννοια του άρθρου 91Α διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δώδεκα μηνών ή με χρηματική ποινή χιλίων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές, χωρίς επηρεασμό των εξουσιών του Δικαστηρίου προς έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος δυνάμει του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου νόμου.

(2) Κάθε πρόσωπο  το οποίο αποδέχεται δωρεά, πώληση, μεταβίβαση, παράδοση ή φύλαξη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει ότι είναι οφειλέτης και ότι σκοπός των πιο πάνω ενεργειών του είναι η καταδολίευση των δανειστών του κατά την έννοια του άρθρου 91Α, διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση έξι μηνών ή με χρηματική ποινή πεντακοσίων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές.

(3) Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου (1), αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο εάν αποδείξει-

(α) Προκειμένου περί κατηγορίας για καταδολιευτική μεταβίβαση ή επιβάρυνση ότι η εν λόγω πράξη έγινε προς συγγενικό πρόσωπο ή προς αγοραστή με καλή πίστη και χωρίς πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τον πιστωτή στην είσπραξη του οφειλόμενου σε αυτόν εξ αποφάσεως χρέους0ή

(β) προκειμένου περί κατηγορίας για παράλειψη πληρωμής εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου, ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος και ότι έχει ειδοποιήσει γι’ αυτό το Δικαστήριο με κοινοποίηση προς τον εξ αποφάσεως πιστωτή.

(4) Για τους σκοπούς του εδαφίου (3) οι πιο κάτω όροι:

(α) “συγγενικό πρόσωπο” σημαίνει πατέρα, μητέρα, σύζυγο, τέκνο, εγγονό, αδελφό ή αδελφή

(β) “καλή πίστη” σημαίνει-

(i) σε σχέση με πράξη που γίνεται προς όφελος συγγενικού προσώπου, μεταβίβαση ή επιβάρυνση που γίνεται έναντι λογικού ανταλλάγματος, περιλαμβανομένης και ανταλλαγής με περιουσία ίσης αξίας, ή μεταβίβαση ή επιβάρυνση που γίνεται με σκοπό τη μόρφωση, ιατρική περίθαλψη ή αποκατάσταση του εν λόγω προσώπου, και

(ii) σε σχέση με πράξη που γίνεται προς όφελος αγοραστή, οποιαδήποτε μεταβίβαση ή επιβάρυνση γίνεται έναντι λογικού ανταλλάγματος.

Διάταγμα ακύρωσης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων, επιβαρύνσεων κ.λ.π.

91Γ.-(1) Οποιαδήποτε καταδολιευτική μεταβίβαση, επιβάρυνση ή άλλη αποξένωση περιουσιακού στοιχείου η οποία γίνεται από οποιοδήποτε οφειλέτη δύναται να κηρυχθεί άκυρη από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή του εν λόγω οφειλέτη, λαμβανομένων προσηκόντως υπόψη των συμφερόντων οποιουδήποτε καλόπιστου τρίτου. Προς το σκοπό αυτό το Δικαστήριο δύναται, κατά την κρίση του, να διατάξει όπως η αίτηση επιδοθεί επίσης σ’ οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δυνατό να έχει οποιοδήποτε συμφέρον επί του περιουσιακού στοιχείου που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης.

(2) Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει του εδαφίου (1) δύναται, εκδίδοντας το ακυρωτικό διάταγμα, να διατάξει όπως-

(α) To περιουσιακό στοιχείο κατασχεθεί και πωληθεί προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, ή

(β) εάν το περιουσιακό στοιχείο υπόκειται δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης σε εγγραφή ή επιβάρυνση, ακυρωθεί η εν λόγω εγγραφή ή επιβάρυνση και επανεγγραφεί στο όνομα του οφειλέτη, ή

(γ) εάν το περιουσιακό στοιχείο είναι ακίνητη περιουσία, η ακύρωση της εγγραφής και επανεγγραφή στο όνομα του οφειλέτη συνοδεύεται ταυτόχρονα με εγγραφή του εξ αποφάσεως χρέους ως επιβάρυνσης επι της εν λόγω ακίνητης περιουσίας με τις ίδιες συνέπειες ως εάν επρόκειτο περί εγγραφής δυνάμει των άρθρων 53 μέχρι 62.

Διόρθωση καταχωρήσεων

91Δ. Ο αρμόδιος λειτουργός του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ή οποιουδήποτε άλλου δημόσιου αρχείου στο οποίο εγγράφονται δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ορισμένα περιουσιακά στοιχεία, με την προσαγωγή πιστοποιημένου αντίγραφου ακυρωτικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 91Γ, προβαίνει σε κάθε αναγκαία διόρθωση  των αρχείων του αναφορικά με τις καταχωρήσεις των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στο ακυρωτικό διάταγμα.

Έκδοση διαταγμάτων αποκοπής απολαβών

91Ε.-(1) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (2), διάταγμα αποκοπής απολαβών εκδίδεται κατόπιν έρευνας που διεξάγει το δικαστήριο δυνάμει του Μέρους VIII ύστερα από αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή.

(2) Το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα αποκοπής απολαβών στις περιπτώσεις που εκκρεμεί άλλος τρόπος εκτέλεσης ή σε περίπτωση που εκκρεμεί υπόθεση για διάπραξη ποινικού αδικήματος δυνάμει του άρθρου 91Β.

Συνέπειες και περιεχόμενο διατάγματος αποκοπής απολαβών

91ΣΤ.-(1) Το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα αποκοπής απολαβών στις περιπτώσεις που ο εξ αποφάσεως οφειλέτης είναι μισθωτός, το οποίο απευθύνεται στο πρόσωπο που διαπιστώνεται ότι είναι ο εργοδότης του εξ αποφάσεως οφειλέτη και το οποίο εφαρμόζεται ως διαταγή προς το πρόσωπο αυτό όπως-

(α) Προβαίνει σε περιοδικές αφαιρέσεις και κατακρατήσεις από τις απολαβές του οφειλέτη του ποσού που το Δικαστήριο υπολόγισε ως εύλογο και εντός των δυνατοτήτων του οφειλέτη να πληρώσει με δόσεις0 και

(β)καταβάλλει τις εν λόγω περιοδικές αφαιρέσεις και κατακρατήσεις στον εξ αποφάσεως πιστωτή ή στον αρμόδιο λειτουργό του Δικαστηρίου σε τέτοια χρονικά διαστήματα που το δικαστήριο ορίζει.

(2) Κάθε διάταγμα αποκοπής απολαβών  περιέχει-

(α) Επαρκή στοιχεία και πληροφορίες για να μπορεί ο εργοδότης να διακριβώσει την ταυτότητα του οφειλέτη

(β) αναφορά για ολόκληρο το ποσό που είναι πληρωτέο δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου (ή του υπόλοιπου του εν λόγω χρέους) περιλαμβανομένων των εξόδων

(γ) αναφορά στο ποσό  το οποίο περιοδικώς αποκόπτεται από τις απολαβές του οφειλέτη, καθώς επίσης και τις περιόδους των εν λόγω αποκοπών που το Δικαστήριο εύλογα κρίνει, έχοντας υπόψη του τα ακόλουθα στοιχεία αναφορικά με τον εξ αποφάσεως οφειλέτη:

(i) Τις απολαβές του, πραγματικές και αναμενόμενες

(ii) οποιαδήποτε άλλα εισοδήματα του από εργασία ή άλλες πηγές

(iii) τα έξοδα για τις βασικές οικογενειακές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειας του

(iv) άλλες υποχρεώσεις και ανάγκες του.

(3) Στην περίπτωση συνενωμένων αιτήσεων έρευνας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 88, το Δικαστήριο δύναται, μετά τη διεξαγωγή της έρευνας, να διατάξει όπως αποκόπτεται από τις απολαβές του οφειλέτη συγκεκριμένο ποσό το οποίο να καταβάλλεται στον αρμόδιο λειτουργό του Δικαστηρίου και ακολούθως με οδηγίες του Δικαστηρίου που περιέχονται στο διάταγμα να διανέμεται από το Λειτουργό αυτό στους αιτητές των συνενωμένων αιτήσεων κατά τα ποσοστά που προσδιορίζονται στο διάταγμα.

(4) Για σκοπούς του άρθρου αυτού-

“αρμόδιος λειτουργός του Δικαστηρίου” σημαίνει τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο ορίζει ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Επαρχίας στην οποία διεξάγεται η έρευνα

“εργοδότης” σημαίνει κάθε πρόσωπο περιλαμβανομένης της Κυπριακής Δημοκρατίας το οποίο υπό την ιδιότητα του ως κύριος και όχι ως υπάλληλος ή αντιπρόσωπος καταβάλλει στον εξ αποφάσεως οφειλέτη αμοιβή για την παροχή από αυτό υπηρεσιών

“μισθωτός” σημαίνει πρόσωπο το οποίο προσφέρει τις υπηρεσίες του έναντι αμοιβής δυνάμει σύμβασης εργασίας ή κάτω από τέτοιες περιστάσεις από τις οποίες δύναται να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη και εργοδοτουμένου.

Συμμόρφωση εργοδότη με διάταγμα αποκοπής απολαβών

91Ζ.-(1) Εργοδότης στον οποίο επιδόθηκε διάταγμα αποκοπής απολαβών έχει υποχρέωση να συμμορφωθεί με αυτό χωρίς καθυστέρηση κατά την αμέσως μετά την επίδοση πληρωμή προς το μισθωτό.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης δε βρίσκεται στην υπηρεσία του ή έπαυσε να βρίσκεται στην υπηρεσία του μετά την επίδοση του διατάγματος αποκοπής απολαβών στον εργοδότη προς τον οποίο απευθύνεται, ο εν λόγω εργοδότης οφείλει εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος ή από την ημερομηνία που ο οφειλέτης έπαυσε να βρίσκεται στην υπηρεσία του, ανάλογα με την περίπτωση, να ειδοποιήσει το Δικαστήριο για το γεγονός αυτό.

(3) Ο εργοδότης επιπροσθέτως οποιουδήποτε ποσού που αναφέρεται στο διάταγμα αποκοπής απολαβών δικαιούται να αποκόπτει και ποσό που καθορίζει το Δικαστήριο που εξέδωσε το διάταγμα για σκοπούς κάλυψης γραφικών και διοικητικών εξόδων του εργοδότη. Το ποσό αυτό δε δύναται όμως σε καμιά περίπτωση να υπερβαίνει το 5% του ποσού κάθε αποκοπής.

(4) Σε κάθε περίπτωση που εργοδότης συμμορφώνεται με διάταγμα αποκοπής απολαβών δίδει στον εξ αποφάσεως οφειλέτη γραπτή κατάσταση των αποκοπών.

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης έχει οποιαδήποτε αμφιβολία σε σχέση με την εφαρμογή και εκτέλεση διατάγματος αποκοπής απολαβών αποτείνεται στο Δικαστήριο εντός τριών ημερών από την ημερομηνία επίδοσης σε αυτόν του σχετικού διατάγματος. Η αίτηση απευθύνεται στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου που εξέδωσε το διάταγμα αφού διατυπωθούν ευκρινώς τα σημεία που χρήζουν διευκρίνισης. Οι διευκρινίσεις δίνονται γραπτώς και χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση που δυνατό να επηρεάσει δυσμενώς την εκτέλεση του διατάγματος.

(6) Εργοδότης ο οποίος παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε από τις επιτακτικές διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) ή παραλείπει να καταβάλει  έγκαιρα τα χρήματα που απέκοψε διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει του έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. Περαιτέρω το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εργοδότη να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά.

Διαφοροποίηση, αναστολή ή ακύρωση διατάγματος

91Η.-(1) Το Δικαστήριο δύναται, ύστερα από αίτηση, του οφειλέτη, του πιστωτή, του εργοδότη, ή άλλου επηρεαζόμενου προσώπου ή και αυτεπάγγελτα, να διατάξει τη διαφοροποίηση, αναστολή ή ακύρωση διατάγματος αποκοπής απολαβών.

(2) ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δύναται να υποβάλει αίτηση εάν η οικονομική του κατάσταση και οι ανάγκες του έχουν αλλάξει από την ημερομηνία διεξαγωγής της τελευταίας έρευνας δυνάμει του Μέρους VIII. Το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί την αίτηση εάν αποδειχθεί προς ικανοποίηση του ότι η συνέχιση της αποκοπής του ποσού που αναφέρεται στο διάταγμα θα προξενήσει στον οφειλέτη ουσιαστικές δυσχέρειες στην αντιμετώπιση βασικών βιοτικών αναγκών του ιδίου ή της οικογένειας του σε περίπτωση που το διάταγμα κατάσχεσης απολαβών δε διαφοροποιηθεί, ανασταλεί ή ακυρωθεί ή για οποιοδήποτε λόγο το Δικαστήριο κρίνει λογικό.

(3) Στις περιπτώσεις που διάταγμα αποκοπής απολαβών διαφοροποιείται, ακυρώνεται ή αναστέλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου επιδίδεται στον εργοδότη αντίγραφο του νέου διατάγματος με το οποίο ο εργοδότης οφείλει να συμμορφωθεί.

(4) Το Δικαστήριο δύναται να διαφοροποιήσει διάταγμα αποκοπής απολαβών ύστερα από αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή εάν αυτός αποδείξει ότι η οικονομική κατάσταση ή ανάγκες του οφειλέτη έχουν αλλάξει προς το καλύτερο από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ή της τελευταίας διαφοροποίησης του.

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται διάταγμα αποκοπής απολαβών ως εργοδότης του οφειλέτη, παύσει να εργοδοτεί τον οφειλέτη, το διάταγμα αυτό κατόπιν αίτησης του εργοδότη αναστέλλεται, εκτός εάν το Δικαστήριο απευθύνει το διάταγμα στο νέο εργοδότη του οφειλέτη σε περίπτωση που αυτός είναι γνωστός.

Γνωστοποίηση αλλαγών στην εργοδοσία

91Θ.-(1) Ο οφειλέτης εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα αποκοπής απολαβών οφείλει όταν γίνεται οποιαδήποτε αλλαγή στην εργοδοσία του (αλλαγή εργοδότη, αλλαγή απολαβών, τερματισμός απασχόλησης, ή οποιαδήποτε άλλη σημαντική αλλαγή), να ειδοποιεί  γραπτώς τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου που εξέδωσε το διάταγμα, εντός επτά ημερών από την εν λόγω αλλαγή.

(2) Πρόσωπο το οποίο προσλαμβάνει στην υπηρεσία του οφειλέτη, εναντίον του οποίου κατέχει πληροφορία ότι υπάρχει σε ισχύ διάταγμα αποκοπής απολαβών, οφείλει να ειδοποιήσει εγγράφως τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου που εξέδωσε το διάταγμα ότι έχει προσλάβει τον οφειλέτη στην υπηρεσία του. Η ειδοποίηση γίνεται εντός επτά ημερών από την ημερομηνία πρόσληψης του οφειλέτη στην υπηρεσία του ή από την ημερομηνία που έλαβε γνώση της ύπαρξης του διατάγματος, οποιοδήποτε από αυτά έχει επισυμβεί μεταγενέστερα. Στην ειδοποίηση αναφέρεται το ποσό των καταβαλλόμενων ή αναμενόμενων απολαβών του οφειλέτη.

(3) Παράβαση των διατάξεων του παρόντος άρθρου συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με χρηματική ποινή μέχρι πεντακοσίων λιρών.

Διάταγμα αποκοπής απολαβών σε σχέση με εργοδοτουμένους από τις δημόσιες υπηρεσίες

91Ι. Οι διατάξεις του Μέρους αυτού σχετικά με την έκδοση διατάγματος αποκοπής απολαβών εφαρμόζονται και όταν ο οφειλέτης εργοδοτείται από την Κυπριακή Δημοκρατία, με τις πιο κάτω όμως διαφοροποιήσεις:

(α) Σε περίπτωση που ο οφειλέτης κατέχει μόνιμη θέση στη Δημόσια Υπηρεσία ή στη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία ή στην Αστυνομία ή στις Ένοπλες Δυνάμεις της Δημοκρατίας, το διάταγμα επιδίδεται στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών ή παιδείας και Πολιτισμού, ή Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ή Άμυνας ανάλογα με την περίπτωση.

(β) Στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης εργοδοτείται ως έκτακτος ή με Συμβόλαιο, το διάταγμα επιδίδεται στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου στο οποίο εργάζεται.

(γ) Οποιαδήποτε αμφιβολία για την επίδοση του διατάγματος αναφέρεται στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών.

(δ) Οι διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 91Θ δεν τυγχάνουν εφαρμογής.