ΜΕΡΟΣ V ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Πειθαρχικό Συμβούλιο

18.-(1) Συνίσταται Πειθαρχικό Συμβούλιο για την άσκηση πειθαρχικής εξουσίας στους εγγεγραμμένους ποδολόγους.

(2) Το Πειθαρχικό Συμβούλιο αποτελείται από τα ακόλουθα πρόσωπα:

(α) Τέσσερις (4) εγγεγραμμένους ποδολόγους, που εκλέγονται από τη γενική συνέλευση του Συλλόγου, ένας (1) εκ των οποίων εκτελεί χρέη προέδρου:

Νοείται ότι, σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινού κωλύματος του προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου, τα καθήκοντά του ασκεί οποιοσδήποτε από τους υπόλοιπους τρεις (3) ποδολόγους αποφασισθεί μεταξύ τους∙

(β) ένα (1) νομικό λειτουργό που ορίζεται από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

(3) Η θητεία των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι τριετής.

(4) O πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή το μέλος που προεδρεύει και τρία (3) άλλα μέλη αποτελούν απαρτία.

(5) Οι αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, σε περίπτωση δε ισοψηφίας ο πρόεδρός του ή, ανάλογα με την περίπτωση, ο προεδρεύων της συνεδρίασης έχει νικώσα ψήφο.

Πειθαρχική δίωξη

19. Εγγεγραμμένος ποδολόγος υπόκειται σε πειθαρχική δίωξη -

(α) εάν καταδικαστεί από δικαστήριο για αδίκημα που περιλαμβάνει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα,

(β) εάν, κατά την κρίση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, επέδειξε κατά την άσκηση του επαγγέλματός του διαγωγή επονείδιστη ή ασυμβίβαστη με το επάγγελμα του ποδολόγου,

(γ) εάν παραβεί τις επιβαλλόμενες από τον παρόντα Νόμο ή από τους κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού υποχρεώσεις.

Πειθαρχική έρευνα

20.-(1) Εάν καταγγελθεί στο Συμβούλιο ότι εγγεγραμμένος ποδολόγος δυνατόν να έχει διαπράξει πειθαρχικό αδίκημα, το Συμβούλιο μεριμνά αμέσως όπως διεξαχθεί έρευνα από μέλος του Συμβουλίου (στο εξής αναφερόμενο ως «ο ερευνών λειτουργός»).

(2) Ο ερευνών λειτουργός διεξάγει την έρευνα το ταχύτερο, στα πλαίσια δε της έρευνας έχει εξουσία να ακούσει οποιουσδήποτε μάρτυρες ή να λαμβάνει εγγράφως καταθέσεις από οποιοδήποτε πρόσωπο.

(3) Ο καταγγελθείς εγγεγραμμένος ποδολόγος δικαιούται να γνωρίζει την υπόθεση εναντίον του και έχει την ευκαιρία να ακουστεί.

(4) Μετά από τη συμπλήρωση της έρευνας, ο ερευνών λειτουργός υποβάλλει έκθεση στο Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει κατά πόσο μπορεί να διατυπωθεί πειθαρχική κατηγορία κατά του εγγεγραμμένου ποδολόγου που έχει καταγγελθεί, και, σε περίπτωση καταφατικής απόφασης, προβαίνει στη διατύπωση της κατηγορίας και παραπέμπει την υπόθεση στο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

Πειθαρχική διαδικασία

21.-(1) Μέσα σε δύο (2) εβδομάδες από την ημερομηνία λήψης της πειθαρχικής κατηγορίας από το Πειθαρχικό Συμβούλιο, τούτο καλεί ενώπιόν του τον εγγεγραμμένο ποδολόγο που έχει καταγγελθεί, παραδίδοντάς του το κατηγορητήριο και αντίγραφο των καταθέσεων και μαρτυριών, με κλήση κατά τον τύπο που καθορίζεται στο Παράρτημα ΙΙΙ, και ορίζει ημέρα και ώρα ακρόασης.

(2) Η εκδίκαση της υπόθεσης από το Πειθαρχικό Συμβούλιο διεξάγεται, τηρουμένων των αναλογιών, με τον ίδιο τρόπο όπως η ακρόαση ποινικής υπόθεσης που εκδικάζεται συνοπτικά:

Νοείται ότι το Πειθαρχικό Συμβούλιο έχει εξουσία να αποδεχτεί οποιαδήποτε μαρτυρία, έστω και εάν αυτή δεν θα γινόταν δεκτή σε ποινική διαδικασία.

(3) Το Πειθαρχικό Συμβούλιο έχει εξουσία να -

(α) καλεί μάρτυρες και να απαιτεί την προσέλευση αυτών και την προσέλευση του καταγγελθέντος, σύμφωνα με τη διαδικασία που τηρείται σε συνοπτικές δίκες,

(β) απαιτεί προσαγωγή κάθε εγγράφου που σχετίζεται με την κατηγορία.

(4) Κάθε απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να υπογράφεται από τον πρόεδρό του.

Πειθαρχικές ποινές

22.-(1) Το Πειθαρχικό Συμβούλιο, εάν βρει τον καταγγελθέντα ένοχο, μπορεί να του επιβάλει μία από τις ακόλουθες ποινές:

(α) Προφορική ή έγγραφη επίπληξη,

(β) καταβολή υπό τύπο προστίμου χρηματικού ποσού που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000,00),

(γ) αναστολή της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος του ποδολόγου για χρονική περίοδο την οποία το Πειθαρχικό Συμβούλιο ήθελε κρίνει πρέπουσα και που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) χρόνια,

(δ) διαγραφή του ονόματός του από το Μητρώο και στέρηση της δυνατότητας επανεγγραφής του σε αυτό.

(2) Το Πειθαρχικό Συμβούλιο, μπορεί να εκδώσει διάταγμα για την καταβολή των εξόδων της ενώπιόν του πειθαρχικής διαδικασίας.

(3) Κάθε ποσό που καταβάλλεται δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), κατατίθεται στο Ταμείο Συμβουλίου.