ΜΕΡΟΣ VΙΙ ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΕΞΟΔΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ
Ανάκτηση δαπανών εκτέλεσης

34. Σε περίπτωση κατά την οποία δικαστήριο κρίνει ένοχο πρόσωπο για προβλεπόμενο στο άρθρο 33 αδίκημα σε σχέση με οποιοδήποτε προϊόν ή εκδίδει διάταγμα για δήμευση προϊόντος, έχει εξουσία, επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη διαταγή για έξοδα ή δαπάνες, να διατάξει τον καταδικασθέντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, οποιονδήποτε οικονομικό φορέα, να αποζημιώσει την αρμόδια αρχή για οποιαδήποτε δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε ή δυνατό να υποβληθεί σε σχέση με-

(α) οποιαδήποτε κατάσχεση ή κατακράτηση προϊόντων από ή για λογαριασμό της αρμόδιας αρχής·

(β) συμμόρφωση της αρμόδιας αρχής με οδηγίες του δικαστηρίου για τη δήμευση οποιουδήποτε προϊόντος·

(γ) οποιαδήποτε έξοδα επιβαρύνθηκε η αρμόδια αρχή κατά την ενάσκηση των εξουσιών της δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

Ανάκτηση εξόδων αρμόδιας αρχής

35.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία οποιαδήποτε προϊόντα και/ή έγγραφα υποβάλλονται σε εξέταση, δοκιμή και/ή έλεγχο και βάσει των πορισμάτων της εξέτασης, δοκιμής και/ή ελέγχου η αρμόδια αρχή επιδίδει ειδοποίηση δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 23, 24 ή 25, η αρμόδια αρχή δύναται να ζητήσει από τον οικονομικό φορέα, ανάλογα με την περίπτωση, να της καταβάλει το ποσό των εξόδων με το οποίο έχει επιβαρυνθεί για την αγορά, εξέταση και/ή δοκιμή του προϊόντος και/ή τον έλεγχο εγγράφων:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η προαναφερόμενη ειδοποίηση ανακληθεί από την αρμόδια αρχή ή ακυρωθεί από το Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 146 του Συντάγματος, οποιοδήποτε εισπραχθέν ποσό καθίσταται επιστρεπτέο.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία οικονομικός φορέας υποβάλλει αίτημα προς την αρμόδια αρχή για-

(α) συγκατάθεση για εκ νέου διαθεσιμότητα προϊόντος στην αγορά· ή

(β) άρση της απαγόρευσης της διάθεσης στην αγορά προϊόντος, του οποίου η θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία στην αγορά αναστέλλεται από το Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων·

και του οποίου η διαθεσιμότητα στην αγορά αναστέλλεται ή η διάθεση στην αγορά απαγορεύεται από την αρμόδια αρχή, λόγω του ότι δεν φέρει τη σήμανση CE ή δεν συνοδεύεται από τα απαιτούμενα έγγραφα, προκαταβάλλει στην αρμόδια αρχή οποιαδήποτε έξοδα αυτή αναμένεται να υποστεί για την εξέταση και/ή δοκιμή του προϊόντος και/ή τον έλεγχο εγγράφων, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της εξέτασης και/ή δοκιμής του προϊόντος και/ή του ελέγχου εγγράφων.

(3) Εναντίον της απόφασης για την καταβολή εξόδων σύμφωνα με το εδάφιο (1) δύναται να ασκηθεί ιεραρχική προσφυγή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 32.

(4) Το ποσό των αναφερόμενων στο εδάφιο (1) εξόδων εισπράττεται από την αρμόδια αρχή, όταν περάσει άπρακτη η προθεσμία προς άσκηση προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου των εβδομήντα πέντε (75) ημερών-

(α) από την κοινοποίηση της απόφασης για την καταβολή των εξόδων, σε περίπτωση κατά την οποία δεν ασκείται ιεραρχική προσφυγή· ή

(β) από την κοινοποίηση της απόφασης επί της ιεραρχικής προσφυγής σε περίπτωση που ασκείται προσφυγή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32.

(5) Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής των κατά τον παρόντα Νόμο καταβαλλόμενων από οικονομικό φορέα εξόδων, η αρμόδια αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα και το οφειλόμενο ποσό εισπράττεται ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία.

Αποζημιώσεις για λήψη εσφαλμένων μέτρων εποπτείας της αγοράς

36. Σε περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια αρχή, κατά την ενάσκηση οποιασδήποτε εξουσίας ή αρμοδιότητας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και/ή των προνοιών Κανονισμών για σκοπούς εποπτείας της αγοράς, επιφέρει μη νόμιμη απώλεια ή ζημιά στον οικονομικό φορέα, φέρει ευθύνη για την καταβολή αποζημιώσεων στο εν λόγω πρόσωπο αναφορικά με την απώλεια ή ζημιά που προκαλείται συνεπεία της άσκησης της εν λόγω εξουσίας ή αρμοδιότητας, εκτός εάν ενήργησε καλόπιστα και δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και/ή των προνοιών Κανονισμών σε σχέση με το προϊόν.

Προστασία των λειτουργών της αρμόδιας αρχής από πολιτική ή ποινική δίωξη

37. Δεν επιτρέπεται η καταχώριση αγωγής ή η ποινική δίωξη εναντίον οποιουδήποτε λειτουργού της αρμόδιας αρχής σε σχέση με οτιδήποτε έπραξε ή διετάχθη να πράξει καλή τη πίστει με βάση τον παρόντα Νόμο και/ή τους Κανονισμούς.