ΜΕΡΟΣ X ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ, ΠΟΙΝΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Γενικό ποινικό αδίκημα

76.-(1) Οποιοσδήποτε παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε διάταξη των άρθρων 4, 5, 6, 7, 13, 14, 16, 17, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 46, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 56 και 57, για την οποία δεν προβλέπεται ειδική ποινή στον παρόντα Νόμο, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Οποιοσδήποτε παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε διάταξη άλλη από αυτές που περιλαμβάνονται στα άρθρα του εδαφίου (1), για την οποία δεν προβλέπεται ειδική ποινή στον παρόντα Νόμο και η οποία επιβάλλει σε πρόσωπο υποχρέωση, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δυόμιση χιλιάδες ευρώ (€2.500) ή και στις δύο αυτές ποινές.

Χειρισμός σκάφους χωρίς άδεια χειριστή ή άδεια κυκλοφορίας

77.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία μέλη της Αστυνομίας εντοπίσουν σκάφος το οποίο-

(α) κατά τη διάρκεια του πλου τυγχάνει χειρισμού από πρόσωπο το οποίο βρίσκεται υπό την επίδραση απαγορευμένων σύμφωνα με το Μέρος VΙIΙ ουσιών, ή/και δεν κατέχει άδεια χειριστή κατάλληλη για το σκάφος, ή/και για το οποίο δεν έχει εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας·

(β) είναι αγκυροβολημένο ή προσδεδεμένο και πρόκειται να τύχει χειρισμού από πρόσωπο το οποίο βρίσκεται υπό την επίδραση απαγορευμένων σύμφωνα με το Μέρος VΙΙI ουσιών, ή/και δεν κατέχει άδεια χειριστή κατάλληλη για το σκάφος, ή/και για το οποίο δεν έχει εκδοθεί άδεια κυκλοφορίας,

δύνανται να διακόπτουν άμεσα και να απαγορεύουν τον οποιοδήποτε πλου ή μετακίνηση ή χρήση του σκάφους ή, αντίστοιχα, να απαγορεύουν τον οποιοδήποτε προτιθέμενο πλου ή προτιθέμενη μετακίνηση ή προτιθέμενη χρήση του σκάφους.

(2) Ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις που αφορούν την κάθε περίπτωση, το σκάφος ακινητοποιείται ή/και ρυμουλκείται ή/και ελλιμενίζεται, σε κατάλληλο σημείο φύλαξης σε λιμένα, στην ξηρά ή στη θάλασσα:

Νοείται ότι, οι ιδιοκτήτες και οι χειριστές των σκαφών, καθώς και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα τα οποία επιβαίνουν στο σκάφος συμμορφώνονται με τις οδηγίες και τις υποδείξεις των μελών της Αστυνομίας για άμεση ακινητοποίηση ή/και ρυμούλκηση ή/και ελλιμενισμό του σκάφους.

Συντρέχουσα ευθύνη του ιδιοκτήτη σκάφους

78. Οποτεδήποτε ιδιοκτήτης σκάφους ή εκπρόσωπός του επιτρέπει τη χρήση ή λειτουργία σκάφους με τη ρητή ή σιωπηρή έγκρισή του, με τέτοιο τρόπο, ώστε η χρήση ή λειτουργία του να συνιστά αδίκημα σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή τις πρόνοιες των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, ο ιδιοκτήτης του σκάφους ή ο εκπρόσωπός του θεωρείται συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος και μπορεί να διωχθεί ως φυσικός αυτουργός και να τιμωρηθεί ανάλογα, εκτός εάν αποδείξει στο δικαστήριο ότι αγνοούσε τη διάπραξη του αδικήματος και ότι το αδίκημα αυτό δεν οφειλόταν σε πράξη ή παράλειψη του ιδίου.

Παροχή πληροφοριών

79. Σε περίπτωση κατά την οποία διερευνάται καταγγελία ότι διαπράχθηκε αδίκημα αναφορικά με τη χρήση σκάφους και κρίνεται αναγκαία η εξακρίβωση της ταυτότητας του χειριστή-

(α) ο ιδιοκτήτης του σκάφους παρέχει κάθε πληροφορία που του ζητείται για τον σκοπό αυτό από μέλος της Αστυνομίας ή από την αρμόδια αρχή και, εάν παραλείψει να το κάνει, είναι ένοχος αδικήματος·

(β) πρόσωπο το οποίο πιθανόν να κληθεί να παράσχει πληροφορία που μπορεί και η οποία δυνατόν να οδηγήσει στην αποκάλυψη της ταυτότητας του χειριστή σκάφους ή προσώπου το οποίο χρησιμοποιούσε το σκάφος, παρέχει την πληροφορία αυτή και, εάν παραλείψει να το πράξει, είναι ένοχος αδικήματος.

Έκδοση άδειας ή πιστοποιητικού με βάση ψευδή στοιχεία

80.-(1) Πρόσωπο το οποίο, με δόλια πρόθεση, προβαίνει σε ψευδή ή παραπλανητική δήλωση, γραπτή ή προφορική, ή αποκρύπτει ουσιώδη στοιχεία για να επιτύχει την έκδοση άδειας ή πιστοποιητικού σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τις πρόνοιες των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€2.500) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Ανεξαρτήτως ποινικής δίωξης, η αρμόδια αρχή προβαίνει σε άμεση ανάκληση οποιασδήποτε άδειας χειριστή ή άδειας κυκλοφορίας η οποία έχει εξακριβωθεί ότι έχει εκδοθεί με βάση ψευδή στοιχεία.

Παραποίηση εγγράφων

81.-(1) Πρόσωπο το οποίο, με δόλια πρόθεση-

(α) πλαστογραφεί, παραποιεί ή αλλοιώνει οποιαδήποτε άδεια ή άλλο έγγραφο που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή τις πρόνοιες των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού· ή

(β) χρησιμοποιεί ή επιτρέπει να χρησιμοποιηθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο άδεια ή άλλο έγγραφο που πλαστογραφήθηκε, παραποιήθηκε ή αλλοιώθηκε· ή

(γ) παραχωρεί σε άλλο πρόσωπο ή λαμβάνει από άλλο πρόσωπο άδεια ή άλλο έγγραφο που πλαστογραφήθηκε ή παραποιήθηκε ή αλλοιώθηκε· ή

(δ) κατασκευάζει ή έχει στην κατοχή του έγγραφο πανομοιότυπο με άδεια ή έγγραφο που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή τις πρόνοιες των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού που δυνατόν να παραπλανήσει· ή

(ε) εκδίδει άδεια ή άλλο έγγραφο, η έκδοση του οποίου προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τις πρόνοιες των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού,

είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Ανεξαρτήτως ποινικής δίωξης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), η αρμόδια αρχή, σε περίπτωση εξακρίβωσης παραποίησης ή πλαστογράφησης άδειας χειριστή ή άδειας κυκλοφορίας, προβαίνει σε άμεση ανάκλησή της.

Πρόσθετες εξουσίες του δικαστηρίου

82.-(1) Δικαστήριο το οποίο εκδίδει καταδικαστική απόφαση για αδίκημα το οποίο διαπράχθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των προνοιών των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού ή των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου σχετικού με τον χειρισμό σκάφους, έχει την εξουσία να στερήσει από τον καταδικασθέντα το δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης άδειας χειριστή ή άδειας μαθητευόμενου χειριστή για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο το οποίο έχει στερηθεί του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας χειριστή ή άδειας μαθητευόμενου χειριστή έπειτα από καταδικαστική απόφαση ή διάταγμα που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου είναι κάτοχος άδειας, η άδεια αυτή αναστέλλεται και δεν έχει οποιαδήποτε ισχύ για όσο χρονικό διάστημα εξακολουθεί η επιβληθείσα στέρηση του δικαιώματος.

Αδίκημα λόγω μη συμμόρφωσης με την επιβληθείσα στέρηση του δικαιώματος κατοχής άδειας χειριστή ή άδειας μαθητευόμενου χειριστή

83. Πρόσωπο το οποίο, ενώ έχει στερηθεί του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας χειριστή με βάση τον παρόντα Νόμο, υποβάλλει αίτηση για άδεια χειριστή ή άδεια μαθητευόμενου χειριστή ή λαμβάνει άδεια χειριστή ή άδεια μαθητευόμενου χειριστή ή χειρίζεται σκάφος ενόσω διαρκεί η επιβληθείσα στέρηση του δικαιώματος, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

Δυνατότητα ανάκλησης άδειας κυκλοφορίας και άδειας χειριστή από δικαστήριο

84.-(1) Σε περίπτωση θανατηφόρου ατυχήματος ή ατυχήματος το οποίο είχε ως αποτέλεσμα νοσηλεία διάρκειας πέραν των τριών (3) ημερών ή ακινητοποίηση σκάφους συνεπεία υλικών ζημιών, το εκδικάζον αρμόδιο δικαστήριο στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας έχει την εξουσία και την ευχέρεια, ως προσωρινό μέτρο, να ανακαλέσει ή/και να αναστείλει την άδεια κυκλοφορίας σκάφους ή/και την άδεια χειριστή σκάφους, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα ή/και έως την έκδοση της δικαστικής απόφασης, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο και σκόπιμο.

(2) Με την ανάκληση ή/και αναστολή της άδειας χειριστή, ο κάτοχός της παραδίδει αυτή άμεσα στην αρμόδια αρχή και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με αυτή την υποχρέωση, είναι ένοχος αδικήματος δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 76.

(3) Διαρκούσης της ανάκλησης άδειας κυκλοφορίας σκάφους δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), απαγορεύεται στον ιδιοκτήτη του οποιαδήποτε πράξη μεταβίβασης της ιδιοκτησίας του σκάφους.

(4) Ο γενικός διευθυντής μεριμνά ώστε οι ανακλήσεις αδειών κυκλοφορίας σκαφών να καταχωρίζονται είτε στο Νηολόγιο είτε στο μητρώο μικρών σκαφών, ανάλογα με την περίπτωση.

Διοικητικό πρόστιμο

85.-(1) (α) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (β), στην περίπτωση κατά την οποία o γενικός διευθυντής έχει εύλογη αιτία να πιστεύει, βάσει συγκεκριμένων και διαπιστωμένων στοιχείων που έχει στη διάθεσή του, κατόπιν σχετικής διερεύνησης της αρμόδιας αρχής, ότι ο ιδιοκτήτης ή/και ο χειριστής ή/και ο ενοικιαστής σκάφους δεν εκπληρώνει οποιαδήποτε υποχρέωση την οποία επιβάλλει σε αυτόν ο παρών Νόμος ή οι Κανονισμοί ή τα διατάγματα ή οι γνωστοποιήσεις που εκδίδονται δυνάμει αυτού, ο γενικός διευθυντής έχει εξουσία να επιβάλλει στον παραβάτη διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000), ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, και ανεξαρτήτως εάν συντρέχει περίπτωση ποινικής ή πειθαρχικής ευθύνης δυνάμει του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών.

(β) Ο γενικός διευθυντής, προτού επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ειδοποιεί γραπτώς τον παραβάτη για την πρόθεσή του να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ενημερώνοντάς τον για τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να ενεργήσει τοιουτοτρόπως, βάσει συγκεκριμένων και διαπιστωμένων στοιχείων, και παρέχοντας σε αυτόν το δικαίωμα υποβολής παραστάσεων, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας είκοσι (20) ημερών.

(γ) Μετά την τυχόν υποβολή παραστάσεων που προβλέπονται στην παράγραφο (β), ο γενικός διευθυντής ή άλλος κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από αυτόν λειτουργός του Υφυπουργείου Ναυτιλίας, εκδίδει και διαβιβάζει στον παραβάτη την τελική του απόφαση το συντομότερο δυνατόν.

(2) (α) Ο γενικός διευθυντής επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο δυνάμει του εδαφίου (1), με γραπτή και αιτιολογημένη απόφασή του, την οποία διαβιβάζει στο επηρεαζόμενο πρόσωπο, μέσω έντυπης ή ηλεκτρονικής μορφής, με την οποία-

(i) καθορίζει την παράβαση· και

(ii) πληροφορεί τον παραβάτη περί του δικαιώματός του να προσβάλει την απόφαση με ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Υφυπουργού, σύμφωνα με το άρθρο 86 ή/και με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο, σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος, καθώς και για τις προθεσμίες εντός των οποίων δύναται να ασκηθούν τα προαναφερόμενα δικαιώματα.

(β) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) απόφαση καθίσταται εκτελεστή με τη διαβίβασή της στο επηρεαζόμενο πρόσωπο.

(3) Ο Υφυπουργός έχει εξουσία να καθορίζει διά οδηγιών του, οι οποίες δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, τα κριτήρια υπολογισμού του ύψους του επιβαλλόμενου δυνάμει του εδαφίου (1) διοικητικού προστίμου, χωρίς τούτο να περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια του γενικού διευθυντή, την οποία ασκεί εντός των πλαισίων των οδηγιών του Υφυπουργού, να αποφασίζει περί του ύψους του επιβαλλόμενου διοικητικού προστίμου, σύμφωνα με τα κατά περίπτωση πραγματικά περιστατικά.

(4) Πρόσωπο στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο έχει υποχρέωση να το καταβάλει άμεσα στο Υφυπουργείο Ναυτιλίας εντός προθεσμίας είκοσι μίας (21) ημερών από τη διαβίβαση της απόφασης για επιβολή του:

Νοείται ότι, όταν, σε περίπτωση ιεραρχικής προσφυγής στον Υφυπουργό δυνάμει του άρθρου 86, η απόφαση του Υφυπουργού επί της προσφυγής είναι θετική για τον προσφεύγοντα, ο γενικός διευθυντής επιστρέφει άμεσα στον προσφεύγοντα το ποσό του ήδη καταβληθέντος διοικητικού προστίμου.

Ιεραρχική προσφυγή

86.-(1)(α) Ο ιδιοκτήτης ή/και ο χειριστής ή/και ο ενοικιαστής σκάφους έχουν έκαστος το δικαίωμα να προσβάλουν, με γραπτή και αιτιολογημένη προσφυγή στον Υφυπουργό, απόφαση του γενικού διευθυντή περί επιβολής διοικητικού προστίμου, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη διαβίβαση στον προσφεύγοντα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον παρόντα Νόμο, της απόφασης στην οποία εδράζεται η ιεραρχική προσφυγή.

(β) Ο ιδιοκτήτης σκάφους έχει το δικαίωμα να προσβάλει, με γραπτή και αιτιολογημένη προσφυγή στον Υφυπουργό, απόφαση της αρμόδιας αρχής περί ανάκλησης ή αναστολής της άδειας κυκλοφορίας σκάφους, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη διαβίβαση στον προσφεύγοντα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον παρόντα Νόμο, της απόφασης στην οποία εδράζεται η ιεραρχική προσφυγή.

(γ) Η σχολή έχει το δικαίωμα να προσβάλει, με γραπτή και αιτιολογημένη προσφυγή στον Υφυπουργό, απόφαση της αρμόδιας αρχής περί ανάκλησης της έγκρισής της, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη διαβίβαση στον προσφεύγοντα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον παρόντα Νόμο, της απόφασης στην οποία εδράζεται η ιεραρχική προσφυγή.

(δ) Η επιχείρηση θαλάσσιων αθλημάτων και ψυχαγωγίας έχει το δικαίωμα να προσβάλει, με γραπτή και αιτιολογημένη προσφυγή στον Υφυπουργό, απόφαση της αρμόδιας αρχής περί αναστολής της ισχύος της άδειας ασφαλούς λειτουργίας της, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη διαβίβαση στον προσφεύγοντα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον παρόντα Νόμο, της απόφασης στην οποία εδράζεται η ιεραρχική προσφυγή.

(ε) Η επιχείρηση ναύλωσης σκαφών αναψυχής έχει το δικαίωμα να προσβάλει, με γραπτή και αιτιολογημένη προσφυγή στον Υφυπουργό, απόφαση της αρμόδιας αρχής περί αναστολής της ισχύος της άδειας ασφαλούς λειτουργίας της, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη διαβίβαση στον προσφεύγοντα, κατά τα διαλαμβανόμενα στον παρόντα Νόμο, της απόφασης στην οποία εδράζεται η ιεραρχική προσφυγή.

(2) Η κατά το εδάφιο (1) υποβολή προσφυγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της προσβληθείσας απόφασης.

(3) Σε περίπτωση υποβολής προσφυγής δυνάμει του εδαφίου (1), ο Υφυπουργός εξετάζει αυτή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, δυνάμενος, κατά την κρίση του, να ακούσει τον προσφεύγοντα ή να δώσει σε αυτόν την ευκαιρία να υποστηρίξει γραπτώς τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η ιεραρχική προσφυγή.

(4) Ο Υφυπουργός έχει εξουσία να αναθέτει σε έναν ή περισσότερους λειτουργούς του Υφυπουργείου Ναυτιλίας, οι οποίοι δεν είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή στο επίμαχο ζήτημα που αφορά η ιεραρχική προσφυγή, την εξέταση θεμάτων που αφορούν στην προαναφερόμενη προσφυγή και να απαιτεί από αυτούς να του υποβάλλουν το πόρισμα τέτοιας εξέτασης πριν από την έκδοση της απόφασής του επί της προσφυγής.

(5) Ο Υφυπουργός, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την υποβολή της προσφυγής, εκδίδει και διαβιβάζει γραπτώς στον προσφεύγοντα την απόφασή του επί της προσφυγής, δια της οποίας απόφασης-

(α) αποδέχεται εν όλω ή αποδέχεται εν μέρει ή απορρίπτει την προσφυγή· και

(β) κατά περίπτωση, ακυρώνει ή τροποποιεί ή επικυρώνει ή αντικαθιστά την προσβαλλόμενη απόφαση.

(6) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Υφυπουργός υιοθετεί εν μέρει ή απορρίπτει προσφυγή που υποβάλλεται σε αυτόν δυνάμει του εδαφίου (1), στην απόφασή του επί της προσφυγής ο Υφυπουργός εκθέτει επαρκώς, δεόντως και σαφώς τους λόγους στους οποίους αυτή βασίζεται και πληροφορεί τον προσφεύγοντα περί του δικαιώματός του να προσβάλει την απόφασή του με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο και περί της προθεσμίας εντός της οποίας δύναται να ασκηθεί το εν λόγω δικαίωμα, κατά τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 146 του Συντάγματος.

(7) Πρόσωπο το οποίο υποβάλλει πληροφορία βάσει του εδαφίου (3) η οποία είναι ψευδής, ανακριβής ή παραπλανητική διαπράττει ποινικό αδίκημα και υπόκειται-

(α) σε περίπτωση πρώτου αδικήματος, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και στις δύο αυτές ποινές· ή

(β) σε περίπτωση μεταγενέστερου αδικήματος, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις επτά χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€7.500) ή και στις δύο αυτές ποινές.

Λήψη δικαστικών μέτρων προς είσπραξη διοικητικού προστίμου

87. Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης προσώπου στο οποίο επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο δυνάμει του παρόντος Νόμου να καταβάλει στο Υφυπουργείο Ναυτιλίας τέτοιο πρόστιμο εντός των προθεσμιών που αναφέρονται στο άρθρο 85, ο γενικός διευθυντής λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος προς τη Δημοκρατία.

Εξώδικη Ρύθμιση αδικημάτων

88.-(1) Το εξώδικο πρόστιμο για τα αδικήματα τα οποία επιδέχονται εξώδικης ρύθμισης καθορίζονται στον Πίνακα του παρόντος Νόμου και στους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς.

(2) Εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον γενικό διευθυντή ή/και μέλος της Αστυνομίας, όταν έχει εύλογη αιτία ή και λόγο να πιστεύει, βάσει συγκεκριμένων και διαπιστωμένων στοιχείων που έχει στη διάθεσή του, ότι ο ιδιοκτήτης ή/και ο χειριστής ή/και ο ενοικιαστής σκάφους έχει διαπράξει αδίκημα κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 76, έχει την εξουσία να ρυθμίσει εξώδικα το αδίκημα αυτό αποδεχόμενος την καταβολή από τον παραβάτη ποσού που καθορίζεται στον Πίνακα του παρόντος Νόμου για το εν λόγω αδίκημα:

Νοείται ότι, πρόσωπο το οποίο ασκεί αρμοδιότητα δυνάμει του παρόντος εδαφίου και δεν φέρει στολή κατά την άσκηση των καθηκόντων του, φέρει ειδική ταυτότητα στην οποία αναφέρεται η ιδιότητα υπό την οποία αυτό ασκεί αρμοδιότητα δυνάμει του παρόντος Νόμου.

(3) Πρόσωπο το οποίο ασκεί αρμοδιότητα δυνάμει του εδαφίου (2), εάν έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι πρόσωπο διαπράττει ή διέπραξε αδίκημα κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 76, επιδίδει στο πρόσωπο αυτό γραπτή ειδοποίηση, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, προσφέροντας με τον τρόπο αυτό στο εν λόγω πρόσωπο την ευκαιρία να απαλλαγεί από οποιαδήποτε δίωξη για το σχετικό αδίκημα, αφού πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο εντός τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης.

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο στο οποίο έχει επιδοθεί η ως άνω προβλεπόμενη ειδοποίηση δεν πληρώσει το εξώδικο προστιμο το οποίο αναγράφεται σε αυτή εντός χρονικού διαστήματος τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία της επίδοσής της, το εξώδικο πρόστιμο αυξάνεται με την προσθήκη σε αυτό ποσού ίσου με το μισό του εν λόγω προστίμου:

Νοείται ότι, το εν λόγω πρόσωπο έχει στη συνέχεια προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω προσαύξησης να καταβάλει το συνολικό ποσό του εξώδικου προστίμου, περιλαμβανομένης της προσαύξησης:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση κατά την οποία παρέλθουν σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημερομηνία επίδοσης της ως άνω προβλεπόμενης ειδοποίησης και δεν έχει καταβληθεί το πρόστιμο το οποίο επιβάλλεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, ασκείται ποινική δίωξη του προσώπου εναντίον του οποίου εκδόθηκε η ως άνω προβλεπόμενη ειδοποίηση.

Επίδοση ειδοποίησης εξώδικης ρύθμισης και πληρωμή

89.-(1) Για τους σκοπούς της επίδοσης της γραπτής ειδοποίησης της εξώδικης ρύθμισης που αναφέρεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 88, το πρόσωπο το οποίο ασκεί αρμοδιότητα δυνάμει του παρόντος Νόμου επιδίδει στο πρόσωπο που πιστεύει ότι διέπραξε το αδίκημα σχετική ειδοποίηση στην οποία-

(α) καθορίζει το αδίκημα το οποίο φέρεται ότι έχει διαπραχθεί κατά παράβαση συγκεκριμένης διάταξης του παρόντος Νόμου ή πρόνοιας των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού·

(β) παρέχει σε συντομία κάθε στοιχείο του αδικήματος που κρίνεται αναγκαίο, για αιτιολόγηση του προβαλλόμενου ισχυρισμού·

(γ) εκθέτει την περίοδο κατά την οποία σύμφωνα με το άρθρο 90 δεν θα ασκηθεί δίωξη για το αδίκημα·

(δ) παραθέτει το ποσό του εξώδικου προστίμου και αναφέρει ότι, εάν το ποσό αυτό δεν πληρωθεί μέσα σε τριάντα (30) ημέρες, αυξάνεται κατά το ήμισυ·

(ε) καθορίζει τον τρόπο καταβολής του προστίμου.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία η πράξη ή η παράλειψη, την οποία ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον γενικό διευθυντή ή μέλος της Αστυνομίας θεωρεί σύμφωνα με το εδάφιο (1) ότι συνιστά αδίκημα, επαναληφθεί για δεύτερη φορά, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον γενικό διευθυντή ή μέλος της Αστυνομίας προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες για δίωξη του παραβάτη ενώπιον δικαστηρίου.

(3) Η πληρωμή του εξώδικου προστίμου γίνεται στο Υφυπουργείο Ναυτιλίας ή σε εμπορική τράπεζα ή συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα συμβεβλημένη ή συμβεβλημένο με τον πάροχο ή τους παρόχους πληρωμών που επιλέγει η Δημοκρατία, εφόσον η εμπορική τράπεζα ή το συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα συμφωνεί να αποδέχεται πληρωμές εξώδικων ρυθμίσεων ή οπουδήποτε αλλού υπάρχει πρόσβαση στο διαδίκτυο:

Νοείται ότι, το εξώδικο πρόστιμο καταβάλλεται με οποιονδήποτε τρόπο συμφωνηθεί με εμπορική τράπεζα ή συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα ή μέσω διαδικτύου.

(4) Κάθε ποσό εξώδικου προστίμου το οποίο καταβάλλεται για οποιοδήποτε αδίκημα δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού λογίζεται ως πρόστιμο που επιβλήθηκε λόγω καταδίκης για το σχετικό αδίκημα.

(5) Με την καταβολή του ποσού που αναφέρεται πιο πάνω, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον γενικό διευθυντή ή μέλος της Αστυνομίας εκδίδει σχετική απόδειξη ή πιστοποιητικό πληρωμής στο πρόσωπο που καταβάλλει αυτό, στην οποία αναγράφονται τα ακόλουθα:

(α) Το όνομα του προσώπου που διέπραξε το αδίκημα·

(β) συνοπτική αναφορά του αδικήματος·

(γ) ο τόπος και η ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος· και

(δ) το ποσό που καταβλήθηκε.

Επιπτώσεις εξώδικης ρύθμισης αδικήματος

90.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (5) του άρθρου 89, σε περίπτωση κατά την οποία το χρηματικό ποσό που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 89 καταβληθεί πριν από την πάροδο των σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης, δεν ασκείται ποινική δίωξη αναφορικά με τη διάπραξη του σχετικού αδικήματος.

(2) Η εξώδικη ρύθμιση αδικήματος και η καταβολή του ποσού, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, δεν θεωρείται ως καταδίκη:

Νοείται ότι, σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης για διάπραξη άλλου παρόμοιου αδικήματος, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής:

Νοείται περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς αυτούς, η απόδειξη ή το πιστοποιητικό πληρωμής που προβλέπονται στο εδάφιο (5) του άρθρου 89, αποτελούν επαρκή απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σε αυτά.

Κατάσχεση σκάφους δυνάμει εντάλματος έρευνας κατά το στάδιο διερεύνησης διάπραξης ποινικού αδικήματος

91. Κατά το στάδιο διερεύνησης διάπραξης ποινικού αδικήματος που προβλέπεται από τον παρόντα Νόμο ή τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, σκάφος, για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία ότι παρέχει απόδειξη σχετικά με τη διάπραξη του εν λόγω ποινικού αδικήματος, μπορεί να κατασχεθεί κατά τη διάρκεια σχετικής αστυνομικής έρευνας ή ποινικής διαδικασίας, δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 27 έως 34 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.