ΜΕΡΟΣ VIII ΠΟΙΚΙΛΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Αμοιβαίαι συμφωνίαι

79. Επί τω τέλει εφαρμογής οιασδήποτε συμφωνίας συναφθείσης μετά της Κυβερνήσεως ετέρας τινός χώρας, προνοούσης αμοιβαιότητα επί ζητημάτων κοινωνικών ασφαλίσεων και κοινωνικής ασφαλείας, και υπό την επιφύλαξιν των διατάξεων του άρθρου 169 του Συντάγματος, το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται διά διατάγματος αυτού να τροποποιήση τας διατάξεις τους παρόντος Νόμου προς εφαρμογήν επί περιπτώσεων επηρεαζομένων υπό της συμφωνίας.

Αδικήματα και ποιναί

80.-(1) Πας εργοδότης ή αυτοτελώς εργαζόμενος όστις παραλείπει ή αμελεί να καταβάλη οιασδήποτε εισφοράς ή πρόσθετον τέλος ο υποχρεούται να καταβάλη δυνάμει του παρόντος Νόμου, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £750, εν περιπτώσει δε δευτέρας ή κατ’ επανάληψιν καταδίκης αυτού διά το αυτό αδίκημα, σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες τετρακόσια ευρώ (€3.400,00) ή και στις δύο αυτές ποινές, σε περίπτωση δε δεύτερης ή κατ΄ επανάληψη καταδίκης αυτού για το ίδιο αδίκημα, σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Εν περιπτώσει καταδίκης εργοδότου ή αυτοτελώς εργαζομένου επί τω ότι παρέλειψεν ή ημέλησε να καταβάλη εισφοράς ή πρόσθετον τέλος ούτος επιπροσθέτως οιασδήποτε ετέρας ποινής εις ην υπόκειται, υποχρεούται να καταβάλη τω Ταμείω ποσόν ίσον προς το ποσόν των εισφορών ή του προσθέτου τέλους όπερ παρέλειψεν ή ημέλησεν να καταβάλη, του προσθέτου τέλους εις περίπτωσιν παραλείψεως ή αμελείας καταβολής εισφορών υπολογιζομένου κατά την ημερομηνίαν της καταδίκης, πλέον δε έτερον ποσόν μη υπερβαίνον τα είκοσι πέντε επί τοις εκατόν του ως είρηται ποσού, εν περιπτώσει δε δευτέρας ή κατ’ επανάληψιν καταδίκης αυτού διά το αυτό αδίκημα, ποσόν μη υπερβαίνον τα πεντήκοντα επί τοις εκατόν του ποσού τούτου, ως το Δικαστήριον ήθελε διατάξει.

(3) Επί πάσης καταδίκης διά παράλειψιν ή αμέλειαν προς καταβολήν εισφορών, δύναται να προσαχθώσιν αποδεικτικά στοιχεία περί παραλείψεως ή αμελείας του εργοδότου προς καταβολήν ετέρων εισφορών ας υποχρεούται να καταβάλη δυνάμει του παρόντος Νόμου, αναφορικώς προς το αυτό πρόσωπον ή οιονδήποτε έτερον πρόσωπον απασχολούμενον υπό του εργοδότου τούτου δι’ οιανδήποτε περίοδον προ της ημερομηνίας του αδικήματος, εφ’ όσον, ομού μετά της κλήσεως ή εντάλματος επιδοθή ειδοποίησις περί της τοιαύτης προθέσεως, εάν δε αποδειχθή τοιαύτη παράλειψις ή αμέλεια, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη τον εργοδότην να καταβάλη τω Ταμείω ποσόν ίσον προς το σύνολον των εισφορών άτινας ούτος παρέλειψεν ή ημέλησε να καταβάλη.

(4) Παν ποσόν καταβλητέον τω Ταμείω κατόπιν αποφάσεως του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος άρθρου εισπράττεται ως χρηματική ποινή.

(5) Παν ποσόν καταβαλλόμενον υπό εργοδότου ή αυτοτελώς εργαζομένου δυνάμει των ανωτέρω διατάξεων του παρόντος άρθρου λογίζεται ως πληρωμή γενομένη προς εξόφλησιν των μη καταβληθεισών εισφορών, δεν δύναται δε ο εργοδότης να αναζητήση εκ του μισθωτού τας υπό του τελευταίου καταβλητέας εκ των τοιούτων εισφορών.

(6) Πας όστις ίνα επιτύχη την χορήγησιν οιασδήποτε παροχής ή ετέρας πληρωμής δυνάμει του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών, είτε εις εαυτόν είτε εις έτερον πρόσωπον, ή δι’ έτερον σκοπόν σχετικόν προς τον παρόντα Νόμο-

(α) εν γνώσει του ή εκ βαρείας αμελείας προβαίνει εις ψευδή έκθεσιν ή ψευδείς παραστάσεις˙ ή

(β) προσάγει ή παρέχει ή προκαλεί ή επιτρέπει την προσαγωγήν ή παροχήν εγγράφου ή πληροφορίας άτινα γνωρίζει ότι είναι ψευδή εις τι ουσιώδες αυτών στοιχείον,

είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις οκτώ χιλιάδες πεντακόσια ευρώ (€8.500,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(7) Εις περίπτωσιν καταδίκης οιουδήποτε προσώπου δυνάμει του εδαφίου (6), το εκδικάζον το αδίκημα Δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως της επιβολής ποινής να διατάξη την εις το Ταμείον επιστροφήν του ποσού της παρανόμως καταβληθείσης παροχής ή ετέρας πληρωμής.

(8) Πάς όστις παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθή προς οιανδήποτε των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών δι’ ην δεν προνοείται ετέρα ποινή, υπόκειται δι’ έκαστον αδίκημα σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700,00) ή  και στις δύο αυτές ποινές.

(9) Οσάκις αποδεικνύεται ότι αδίκημα διαπραχθέν υπό νομικού προσώπου κατά παράβασιν του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών, διεπράχθη τη συναινέσει ή συνενοχή ή αμελεία διευθυντού, συμβούλου, γραμματέως ή ετέρου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οιουδήποτε προσώπου όπερ ενεργεί υπό τοιαύτην ιδιότητα, τόσον ούτος όσον και το νομικόν πρόσωπον είναι ένοχοι του αδικήματος τούτου και υπόκεινται εις ποινικήν δίωξιν, και εις τας εν εκάστη περιπτώσει προβλεπομένας ποινάς.

(10) Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων δύναται να ερμηνευθή ως παρεμποδίζον τον Διευθυντήν όπως διά πολιτικής αγωγής διεκδική οιονδήποτε ποσόν οφειλόμενον τω Ταμείω.

Ποινική δίωξις

81. Τηρουμένων οιωνδήποτε οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας-

(α) ποινική δίωξις αδικήματος προβλεπομένου υπό του παρόντος Νόμου ασκείται υπό του Διευθυντού˙

(β) πας επιθεωρητής ή έτερος λειτουργός όστις ήθελεν εξουσιοδοτηθή υπό του Διευθυντού, τη συναινέσει του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, δύναται, καίτοι δεν είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος, να ασκήση την δίωξιν, να εμφανισθή, παραστή επί Δικαστηρίω και ενεργήση εν πάση δικαστική διαδικασία αρχομένη δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δι’ οιονδήποτε αδίκημα συνοπτικώς εκδικαζόμενον.

Πολιτική αγωγή

82.-(1) Άπαντα τα οφειλόμενα τω Ταμείω ποσά δύνανται να διεκδικηθώσι δικαστικώς ως χρέη οφειλόμενα τη Δημοκρατία και μη αποκλειομένου οιουδήποτε παντός ετέρου μέτρου, δύνανται να αποτελέσωσιν ως συμβατικόν χρέος το αντικείμενον πολιτικής αγωγής, εγειρομένης υπό του Διευθυντού.

(2) Πολιτική αγωγή, έχουσα ως αντικείμενον τα οφειλόμενα τω Ταμείω ποσά, δύναται να εγερθή υπό επιθεωρητού ή ετέρου λειτουργού επί τούτω εξουσιοδοτημένου δι’ ειδικών ή γενικών οδηγιών του Διευθυντού, πας δε ούτως εξουσιοδοτηθείς επιθεωρητής ή λειτουργός δύναται, καίτοι δεν είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος, να διευθύνη την διεξαγωγήν της τοιαύτης αγωγής.

Ευθύνη εργοδότου διά την απώλειαν παροχής λόγω ιδίου πταίσματος

83.-(1) Οσάκις εργοδότης παραλείπη ή αμελή-

(α) να καταβάλη οιανδήποτε εισφοράν δυνάμει του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών, αναφορικώς προς μισθωτόν απασχοληθέντα υπ’ αυτού˙ ή

(β) να συμμορφωθή, καθ’ όσον αφορά οιονδήποτε πρόσωπον, προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών, τας αφορώσας εις την καταβολήν και είσπραξιν των εισφορών,

και ως εκ τούτου το πρόσωπον τούτο ή η σύζυγος ή χήρα αυτού απολέση εν όλω ή εν μέρει την παροχήν εις ην άλλως θα εδικαιούτο, τότε το πρόσωπον τούτο, η σύζυγος ή αναλόγως της περιπτώσεως η χήρα αυτού, θα δικαιούται όπως διά πολιτικής αγωγής διεκδικήση εκ του εργοδότου ως συμβατικόν χρέος ποσόν ίσον προς την ούτω απολεσθείσαν παροχήν, ή εάν πρόκειται περί συντάξεως χηρείας, συντάξεως γήρατος, συντάξεως ανικανότητος ή επιδόματος αγνοουμένου, ποσόν ίσον προς το ποσόν της συντάξεως το οποίο εξετιμήθη υπό του Διευθυντού ότι άλλως θα κατεβάλλετο προς τον δικαιούχον.

(2) Δικαστικά μέτρα δύνανται να ληφθώσι δυνάμει του παρόντος άρθρου παρά το γεγονός ότι ελήφθησαν ήδη τοιαύτα μέτρα δυνάμει οιουδήποτε ετέρου άρθρου του παρόντος Νόμου, αναφορικώς προς την αυτήν παράλειψιν ή αμέλειαν.

(3) Ανεξαρτήτως των διατάξεων παντός ετέρου νόμου περί το εναντίον, δικαστικά μέτρα δυνάμει του παρόντος άρθρου δύνανται να ληφθώσιν καθ’ οιονδήποτε χρόνον εντός έτους από της ημερομηνίας καθ’ ην ο μισθωτός, η σύζυγος ή χήρα αυτού θα εδικαιούτο, ελλείψει της τοιαύτης παραλείψεως ή αμελείας του εργοδότου, εις το νυν απολεσθέν δικαίωμα παροχής.

Καταβολή χρηματικών ποινών κ.λ.π. εις το Ταμείον

84. Αι χρηματικαί ποιναί, τα τέλη και έξοδα άτινα εισπράττονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, καταβάλλονται εις το Ταμείον εκτός εάν άλλως προνοήται εν τω παρόντι Νόμω.

Προτεραιότης εισφορών εν περιπτώσει διαλύσεως ή πτωχεύσεως

85. Μεταξύ των χρεών άτινα-

(α) δυνάμει του άρθρου 38 του περί Πτωχεύσεως Νόμου κατά την διανομήν της περιουσίας ή των στοιχείων ενεργητικού πτωχεύσαντος προσώπου εξοφλούνται κατά προτεραιότητα έναντι των λοιπών χρεών˙ και

(β) δυνάμει του άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου, εν περιπτώσει διαλύσεως εταιρείας εξοφλούνται κατά προτεραιότητα έναντι των λοιπών χρεών.

περιλαμβάνονται και τα ποσά άτινα οφείλονται αναφορικώς προς οιανδήποτε εισφοράν ή υποχρέωσιν προς εισφοράν δυνάμει του παρόντος Νόμου προκύψασαν προ των ακολούθων ημερομηνιών, ήτοι-

(α) εις την πρώτην περίπτωσιν προ της εκδόσεως της προς διορισμόν συνδίκου πτωχεύσεως αποφάσεως˙ και

(β) εις την δευτέραν περίπτωσιν προ της ημερομηνίας καθ’ ην ήρξατο η διάλυσις της εταιρείας.

Εξαίρεσις από της φορολογίας και της προς καταβολήν δασμών και τελών χαρτοσήμου υποχρεώσεως

86. Το Ταμείον εξαιρείται-

(α) της πληρωμής παντός δασμού ή τέλους πληρωτέου δυνάμει του εκάστοτε εν ισχύϊ τελωνειακού δασμολογίου, επί μηχανημάτων περιλαμβανομένων των εξαρτημάτων και ανταλλακτικών συσκευών οχημάτων, οργάνων, εργαλείων, εφοδίων και πάσης φύσεως υλικών άτινα εισάγονται προς ιδίαν χρήσιν του Ταμείου και δεν προορίζονται διά πώλησιν εις το κοινόν˙

(β) της πληρωμής τελών χαρτοσήμου δυνάμει του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου του αφορώντος εις πληρωμήν τελών χαρτοσήμου˙

(γ) της πληρωμής παντός Κυβερνητικού φόρου, ή φόρου τοπικής αρχής.

Παροχή πληροφοριών υπό του Φόρου Εισοδήματος

86Α. Ανεξαρτήτως των διατάξεων οιουδήποτε ετέρου νόμου, ο Έφορος επί του Φόρου Εισοδήματος υποχρεούται όπως παρέχη, τη αιτήσει του Διευθυντού τα αναγκαία στοιχεία και τας αναγκαίας πληροφορίας αναφορικώς προς τας αποδοχάς οιουδήποτε προσώπου, τα οποία κατέχει εντός των πλαισίων των εξουσιών και καθηκόντων δι’ ων περιβέβληται δυνάμει των διατάξεων των περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμων.

Μείωσις εισφορών και πληρωμών ταμείων προνοίας

87.-(1) Από της ορισθείσης ημερομηνίας το ποσοστόν εισφοράς εις τα κατά την ημερομηνίαν αυτήν λειτουργούντα ταμεία προνοίας μειούται κατά τρεις μονάδας καθ’ όσον αφορά την εισφοράν του εργοδότου και κατά τρεις μονάδας καθ’ όσον αφορά την εισφοράν του μισθωτού:

Νοείται ότι η ως είρηται μείωσις εφαρμόζεται επί των αποδοχών του μισθωτού επί των οποίων υπολογίζονται αι εισφοραί εις το ταμείον προνοίας, και εις ην έκτασιν το ποσόν των τοιούτων αποδοχών δεν υπερβαίνει το ανώτατον όριον ασφαλιστέων αποδοχών.

(2) Εις ην περίπτωσιν ο εργοδότης υποχρεούται δυνάμει νόμου, σχεδίου, συλλογικής συμβάσεως, συμφωνίας ή άλλως πως, όπως καταβάλη προς όφελος του μισθωτού ωρισμένον ποσόν πέραν του συσσωρευθέντος εις το ταμείον προνοίας προς όφελος του τοιούτου μισθωτού ποσού, το ούτω ωρισμένον ποσόν μειούται κατά το ποσόν το οποίον άλλως θα κατεβάλλετο εις το ταμείον προνοίας εάν η ως εν τω εδαφίω (1) μείωσις των εισφορών δεν ελάμβανε χώραν, πλέον ποσόν ίσον προς τους τόκους τους οποίους θα απέφερε το τοιούτο ποσόν εάν κατεβάλλετο εις το ταμείον προνοίας:

Νοείται ότι εις ην περίπτωσιν το ποσόν του τιμαριθμικού επιδόματος δεν υπολογίζεται διά σκοπούς εισφορών εις το ταμείον προνοίας, το ως είρηται ωρισμένον ποσόν μειούται κατά το ποσόν το οποίον άλλως θα κατεβάλλετο υπό του μισθωτού εις το ταμείον προνοίας, εάν η ως είρηται μείωσις δεν ελάμβανε χώραν και κατά ποσόν ίσον προς τρία επί τοις εκατόν επί του ποσού των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού επί των οποίων ο εργοδότης κατέβαλεν εισφοράς δυνάμει του παρόντος Νόμου, πλέον ποσόν ίσον προς τους τόκους τους οποίους τα ποσά ταύτα θα απέφερον εάν κατεβάλλοντο εις το ταμείον προνοίας.

(3) Οιαδήποτε πληρωμή εκ ταμείου προνοίας άνευ εισφορών μειούται κατά ποσόν ίσον προς τρία επί τοις εκατόν του ποσού των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού επί των οποίων ο εργοδότης κατέβαλεν εισφοράς δυνάμει του παρόντος Νόμου, πλέον ποσόν ίσον προς τους τόκους τους οποίους το ποσόν τούτο θα απέφερεν εάν ετοκίζετο ως αι καταθέσεις των πλεονασμάτων του Ταμείου.

Μείωσις παροχών και εισφορών επαγγελματικών σχεδίων συντάξεων

88.-(1) Το ποσόν οιασδήποτε περιοδικής πληρωμής η οποία καταβάλλεται προς μισθωτόν ή αναφορικώς προς μισθωτόν εξ οιουδήποτε επαγγελματικού σχεδίου συντάξεων διά περιόδους απασχολήσεως αρχομένας κατά ή μετά την ορισθείσαν ημερομηνίαν μειούται κατά το ποσόν της αντιστοίχου συμπληρωματικής παροχής της καταβαλλομένης προς τον μισθωτόν ή αναφορικώς προς αυτόν δυνάμει του παρόντος Νόμου αναφορικώς προς ασφαλιστέας αποδοχάς επί των οποίων κατεβλήθησαν εισφοραί διά τας ως είρηται περιόδους:

Νοείται ότι στο ποσό της συμπληρωματικής παροχής περιλαμβάνεται και οποιοδήποτε τμήμα αυτής που προστίθεται δυνάμει του παρόντος Νόμου στο ποσό της βασικής σύνταξης γήρατος, χηρείας ή ανικανότητας, όταν αυτό είναι κατώτερο του ανώτατου ποσού της βασικής σύνταξης που θα μπορούσε να καταβληθεί στο δικαιούχο.

(2) Εις περίπτωσιν οιουδήποτε επαγγελματικού σχεδίου συντάξεων χρηματοδοτουμένου δι’ εισφορών εκ μέρους τόσον του εργοδότου όσον και του μισθωτού το ποσοστόν εισφοράς εκατέρου τούτων προς το ως είρηται σχέδιον μειούται εξ ίσου από της ορισθείσης ημερομηνίας λαμβανομένης υπ’ όψιν της εν τω εδαφίω (1) αναφερομένης μειώσεως.

(3) Από της ορισθείσης ημερομηνίας η εισφορά συνταξίμου δημοσίου υπαλλήλου διά σύνταξιν χήρας και τέκνων δυνάμει της οικείας νομοθεσίας μειούται κατά εν επί της εκατόν επί του ποσού των συνταξίμων απολαβών αυτού δυνάμει της τοιαύτης νομοθεσίας, μη λαμβανομένων όμως υπ’ όψιν συνταξίμων απολαβών πέραν του ανωτάτου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών.

Μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 87 και 88 ταυτοχρόνως

89. Εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός υπάγεται ταυτοχρόνως εις ταμείον προνοίας και επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων εφαρμόζονται επ’ αυτού είτε αι διατάξεις του άρθρου 87 είτε αι διατάξεις του άρθρου 88:

Νοείται ότι δύνανται να εφαρμοσθώσιν αι διατάξεις αμφοτέρων των ως είρηται άρθρων, εις τοιαύτην όμως έκτασιν ώστε η προκύπτουσα ολική μείωσις να μην υπερβαίνη την μείωσιν η οποία θα προέκυπτεν εάν εφηρμόζοντο μόνον αι διατάξεις του ενός άρθρου.

Μεταφορά δικαιώματος σε σύνταξη γήρατος

89Α. -(1) Ασφαλισμένος ο οποίος θεμελίωσε δικαίωμα σε σύνταξη γήρατος  από  συνταξιοδοτικό σχέδιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων βάσει Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων λόγω υπηρεσίας του στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, δικαιούται να μεταφέρει στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων το  αναλογιστικά ισοδύναμο ποσό του δικαιώματος αυτού.

(2) Ασφαλισμένος ο οποίος εισέρχεται στην υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δικαιούται βάσει του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, να μεταφέρει σε συνταξιοδοτικό σχέδιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το  αναλογιστικά ισοδύναμο ποσό του δικαιώματος σε σύνταξη γήρατος από το Ταμείο που θεμελίωσε πριν την είσοδο του στην υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο τρόπος πίστωσης του ασφαλιστικού λογαριασμού του ασφαλισμένου, ο τρόπος υπολογισμού του αναλογιστικά ισοδύναμου ποσού του δικαιώματος σε σύνταξη γήρατος από το Ταμείο, καθώς και οι διαδικασίες για τη μεταφορά των ποσών αυτών καθορίζονται με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 73.

Μεταβατικαί διατάξεις

90.-(1) Τηρουμένων των εφ’ εξής διατάξεων του παρόντος άρθρου, τέως δικαιούχος ή τέως ησφαλισμένος λογίζεται ως δικαιούχος ή ησφαλισμένος δυνάμει του παρόντος Νόμου, και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τούτου διά περιόδους από της ορισθείσης ημερομηνίας διέπονται υπό του παρόντος Νόμου.

(2) Από της πρώτης ημέρας του μηνός, ο οποίος περιλαμβάνει την ορισθείσαν ημερομηνίαν, το εβδομαδιαίον ύψος των εις τον Έβδομον Πίνακα περιγραφομένων παροχών αναφορικώς προς τέως δικαιούχους είναι το εμφαινόμενον εις τον ως είρηται Πίνακα.

Καταργήσεις

91. Οι περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμοι του 1972 έως 1980 καταργούνται από της ορισθείσης ημερομηνίας.

Έναρξις ισχύος

92. Πλην του άρθρου 73 του παρόντος Νόμου το οποίον τίθεται εν ισχύϊ από της ημερομηνίας δημοσιεύσεως του παρόντος Νόμου εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας, η ισχύς των υπολοίπων διατάξεων του παρόντος Νόμου άρχεται εις ημερομηνίαν ορισθησομένην υπό του Υπουργικού Συμβουλίου διά γνωστοποιήσεως δημοσιευομένης εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας.