Συνοπτικός τίτλος

1. Οι περί Επιτρόπου Διοικήσεως Νόμοι του 1991 μέχρι 1995 θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Επιτρόπου Διοικήσεως Νόμοι του 1991 μέχρι 1995.

Ερμηνεία

2. Στο Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια:

“αρχή τοπικής διοίκησης” σημαίνει δημοτικό συμβούλιο, κοινοτικό συμβούλιο και συμβούλιο καθορισμένης περιοχής και περιλαμβάνει συμβούλιο αποχετεύσεων και συμβούλιο υδατοπρομήθειας˙

“ενέργεια” περιλαμβάνει και παράλειψη˙

“Επίτροπος” σημαίνει τον Επίτροπο Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ασκεί δυνάμει του παρόντος Νόμου τις αρμοδιότητες και εξουσίες που προβλέπονται σ’ αυτόν·

“λειτουργός” σημαίνει πρόσωπο που κατέχει οποιαδήποτε θέση ή αξίωμα σε οποιαδήποτε υπηρεσία, είτε μόνιμα είτε προσωρινά είτε αναπληρωτικά είτε με σύμβαση˙

“Πρόεδρος” σημαίνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας˙

“υπηρεσία” σημαίνει τη Δημόσια Υπηρεσία που υπάγεται στη Δημοκρατία και κάθε αρχή τοπικής διοίκησης και περιλαμβάνει τη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία, την Αστυνομία, το Στρατό και την Εθνική Φρουρά και οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου που ιδρύεται για το δημόσιο συμφέρον από νόμο, εφόσο η διοίκηση του τελεί υπό τον έλεγχο της Δημοκρατίας, αλλά δεν περιλαμβάνει:

(α) Τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τη Βουλή των Αντιπροσώπων, το Υπουργικό Συμβούλιο και το Ανώτατο Δικαστήριο, όπως και κάθε υπαγόμενο σ’ αυτό Δικαστήριο˙

(β) το Γενικό Εισαγγελέα, το Γενικό Ελεγκτή, το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας για ενέργειες τους που αφορούν την άσκηση των καθοριζομένων από το Σύνταγμα αρμοδιοτήτων τους·

(γ) Υπουργό για ενέργειες του που αφορούν:

(i) θέματα γενικής κυβερνητικής πολιτικής˙

(ii) τις δραστηριότητες του ως μέλους του Υπουργικού Συμβουλίου.

Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

3.-(1) Προς το σκοπό της ενασκήσεως των αρμοδιοτήτων που διαλαμβάνονται στο Νόμο αυτό και της διεξαγωγής των ερευνών που προνοούνται από το Νόμο αυτό διορίζεται από τον Πρόεδρο, ύστερα από εισήγηση του Υπουργικού Συμβουλίου και με προηγούμενη σύμφωνη Απόφαση της πλειοψηφίας της Βουλής των Αντιπροσώπων, πολίτης της Δημοκρατίας τουλάχιστο τριάντα πέντε χρόνων, εγνωσμένης μορφώσεως και πείρας και ανώτατου ηθικού επιπέδου, ως Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

(2) Η θητεία του Επιτρόπου είναι εξαετής.

(3) Ο Επίτροπος δε δύναται να κατέχει οποιαδήποτε άλλη θέση ή αξίωμα στη Δημοκρατία ή να απασχολείται σε οποιαδήποτε άλλη εργασία με αμοιβή.

(4) Πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του ο Επίτροπος δίδει διαβεβαίωση ενώπιον του Προέδρου, στην παρουσία του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, ότι θα εκτελεί πιστά τα καθήκοντα του.

(5) Ο Επίτροπος δύναται κατά τη διάρκεια της θητείας του να υποβάλει γραπτά προς τον Πρόεδρο την παραίτηση του.

(6) Ο Επίτροπος αφυπηρετεί στο τέλος του μήνα που έχει συμπληρώσει το εξηκοστό όγδοο έτος της ηλικίας του.

(7) Ο Επίτροπος, κατά τη διάρκεια της θητείας του, δεν απολύεται ή αποχωρεί από την υπηρεσία, παρά μόνο για τους λόγους και με τον τρόπο που απολύονται ή αποχωρούν από την υπηρεσία οι δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου.

(8) Ο Επίτροπος δύναται να ασκεί, εκτός των αρμοδιοτήτων, καθηκόντων και εξουσιών που του  παρέχονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, και οποιεσδήποτε  αρμοδιότητες, καθήκοντα και εξουσίες του ανατίθενται ειδικά  δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου, σε θέματα ισότητας ανδρών και γυναικών, και ισότητας και απόλαυσης ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών ανεξαρτήτως φυλής, εθνοτικής καταγωγής, κοινότητας, γλώσσας, χρώματος, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, ειδικών αναγκών, ηλικίας και γενετήσιου προσανατολισμού.

(9) Για σκοπούς άσκησης των αρμοδιοτήτων, καθηκόντων και εξουσιών που ανατίθενται στον Επίτροπο δυνάμει οποιουδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμου κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (8), ο Επίτροπος ενεργεί κατά τα διαλαμβανόμενα και σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, και για την ενάσκηση του έργου που του ανατίθεται δυνάμει αυτού, έχει το Γραφείο και προσωπικό που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου, ή και οποιοδήποτε πρόσθετο προσωπικό, από λειτουργούς που θα έχουν τέτοια προσόντα και θα υπηρετούν κάτω από τέτοιους όρους, όπως θα καθοριστεί.

Προσωπικό Γραφείου Επιτρόπου

4.-(1) Ο Επίτροπος κατά την ενάσκηση του έργου του έχει Γραφείο, το προσωπικό του οποίου θα αποτελείται από λειτουργούς που θα έχουν τέτοια προσόντα και θα υπηρετούν κάτω από τέτοιους όρους, όπως θα καθοριστεί.

(2) Τα μέλη του προσωπικού του Γραφείου του Επιτρόπου είναι μέλη της δημόσιας υπηρεσίας και θα διορίζονται, όπως προβλέπεται στον εκάστοτε ισχύοντα περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο.

(3) Ο Επίτροπος έχει εξουσία όπως, διαφυλασσομένης της αρχής της ιεραρχίας στην υπηρεσία, εξουσιοδοτήσει γραπτά οποιοδήποτε λειτουργό του Γραφείου του που κατέχει υπεύθυνη θέση όπως ενασκεί εκ μέρους του τέτοιες από τις εξουσίες του και κάτω από τέτοιους όρους, εξαιρέσεις και επιφυλάξεις, όπως ο Επίτροπος θα καθορίσει στην εξουσιοδότηση του:

Νοείται ότι ο Επίτροπος δεν έχει εξουσία να εκχωρήσει το δικαίωμα υποβολής οποιασδήποτε εκθέσεως που προβλέπεται δυνάμει του Νόμου αυτού.

Αρμοδιότητες Επιτρόπου

5.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού και άνευ επηρεασμού των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου, ο Επίτροπος έχει εξουσία όπως:

(α) Διερευνά παράπονα εναντίον οποιασδήποτε υπηρεσίας ή λειτουργού που ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία ότι οποιαδήποτε ενέργεια τους παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα ή ασκήθηκε κατά παράβαση των νόμων ή των κανόνων της χρηστής διοίκησης και της ορθής συμπεριφοράς προς τους διοικουμένους, εφόσον η ενέργεια αυτή επηρεάζει άμεσα και προσωπικά οποιοδήποτε πρόσωπο˙

Το παράπονο υποβάλλεται μέσα σε δώδεκα μήνες, αφότου ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση των ενεργειών ή παραλείψεων για τις οποίες προσφεύγει στον Επίτροπο.

(β) διερευνά, μετά από εντολή του Υπουργικού Συμβουλίου, οποιοδήποτε θέμα το οποίο αφορά τη λειτουργία οποιασδήποτε υπηρεσίας, για να διαπιστωθεί αν λειτουργεί εύρυθμα και σύμφωνα με τους νόμους και τις αρχές της χρηστής διοίκησης.

(γ) επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υποθέσεων γενικότερου ενδια φέροντος.

(δ) Καθ’ όσον αφορά θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων για τα οποία δεν ασκεί ήδη ανάλογες εξουσίες δυνάμει και σύμφωνα με άλλους ειδικούς νόμους που τον καθιστούν εθνικό σώμα πρόληψης βασανιστηρίων και Επίτροπο καταπολέμησης των διακρίσεων, ασκεί τις πιο κάτω εξουσίες για την προώθηση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη διατήρηση ή επέκταση της προστασίας τους στη Δημοκρατία και την τήρηση θεμελιωδών αρχών ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις υπηρεσίες:

(i) Εξετάζει αυτεπάγγελτα και ετοιμάζει εκθέσεις με  απόψεις, εισηγήσεις και προτάσεις για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Δημοκρατία γενικά, ή για  ειδικά θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή οποιαδήποτε κατάσταση παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων,

(ii) ετοιμάζει αυτεπάγγελτα εκθέσεις με απόψεις, εισηγήσεις  και προτάσεις σε περίπτωση, που κατά τη διερεύνηση παραπόνου για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων δυνάμει της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου, ή εν γένει κατά την άσκηση εξουσιών που παρέχονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, διαπιστώνει ότι υπάρχει ανάγκη για απόψεις, εισηγήσεις, ή προτάσεις για προώθηση και προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διατήρηση ή επέκταση της προστασίας τους στη Δημοκρατία, και τήρηση θεμελιωδών αρχών τους από  υπηρεσίες,

(iii) για τους σκοπούς των πιο πάνω υποπαραγράφων (i) και (ii), έχει επαφές και διαβουλεύσεις με μη Κυβερνητικούς οργανισμούς και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σχετικούς επαγγελματικούς συνδέσμους και οργανωμένα σύνολα,  και με άλλες αρχές, και επιτρόπους ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Δημοκρατίας,

(iv) παρίσταται στις συναντήσεις ή άλλες εκδηλώσεις των εθνικών οργανισμών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κρατών που εκάστοτε διοργανώνονται στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών, του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συνεργάζεται με επιτρόπους ανθρωπίνων δικαιωμάτων και άλλους ανάλογους θεσμούς των Ηνωμένων Εθνών, του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Ευρωπαικής Ένωσης, όπως και με οργανισμούς προώθησης και προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων άλλων χωρών.

(2) Δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητες του Επιτρόπου:

(α) Οποιαδήποτε ενέργεια που πιστοποιείται από τον αρμόδιο Υπουργό ότι αφορά τις σχέσεις μεταξύ της Δημοκρατίας και οποιουδήποτε άλλου κράτους ή διεθνούς οργανισμού ή την άμυνα ή ασφάλεια ή εξωτερική πολιτική της Δημοκρατίας˙

(β) οποιαδήποτε ενέργεια αναφορικά με την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή εξέταση ιεραρχικής προσφυγής ενώπιον οποιασδήποτε, σύμφωνα με οποιοδήποτε νόμο, διοικητικής αρχής.

(3) Ο Επίτροπος αποφασίζει κατά την κρίση του, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, αν θα προβεί σε έρευνα ή αν θα συνεχίσει ή θα διακόψει έρευνα, αναφορικά με παράπονο που υποβλήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1).

(4) Απόψεις, εισηγήσεις και προτάσεις του Επιτρόπου δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου δυνατόν να αφορούν πρακτικά μέτρα και νομοθετικές ρυθμίσεις για προώθηση και προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διατήρηση και επέκταση της προστασίας τους, και τήρηση θεμελιωδών αρχών τους από τις υπηρεσίες.

(5) Δεδομένου ότι ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας είναι ο κατά το Σύνταγμα νομικός Σύμβουλος της Κυβέρνησης και νομικός  εκπρόσωπος στις διαδικασίες του Ευρωπαικού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των άλλων ευρωπαικών και διεθνών δικαστηρίων και δικαστικών σωμάτων, εξυπακούεται ότι  η άσκηση εξουσιών δυνάμει του πιο πάνω εδαφίου (4) και της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου δεν δύναται να επηρεάσει ή περιορίσει με οποιοδήποτε τρόπο την άσκηση από το Γενικό Εισαγγελέα των συνταγματικών του αρμοδιοτήτων, και το ρόλο, συναφείς δικαιοδοσίες  και επιτελούμενες εργασίες και δράση του σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μεταξύ άλλων να συμβουλεύει για εισαγωγή νομοθετικών ρυθμίσεων και λήψη μέτρων και αποφάσεων, υπό το φως της εκάστοτε νομολογίας των πιο πάνω δικαστηρίων, του ευρωπαικού κεκτημένου, και κάθε Σύμβασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και για τη συμβατότητα υφιστάμενων νομοθετικών ρυθμίσεων, μέτρων και αποφάσεων με την εν λόγω εκάστοτε νομολογία, κεκτημένο και συμβάσεις.

Εκθέσεις

6.-(1) Ο Επίτροπος υποβάλλει στον Πρόεδρο κάθε έτος έκθεση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, που αναφέρονται στο Νόμο αυτό, με παρατηρήσεις και εισηγήσεις. Αντίγραφο της έκθεσης κοινοποιείται στο Υπουργικό Συμβούλιο και στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Η έκθεση που υποβάλλεται σύμφωνα με το εδάφιο αυτό δημοσιεύεται.

(2) Ο Επίτροπος συντάσσει έκθεση αναφορικά με κάθε συγκεκριμένη περίπτωση που έχει διερευνηθεί από αυτόν, στην οποία το παράπονο κρίνεται βάσιμο ή υποβάλλονται συστάσεις, κρίσεις ή εισηγήσεις.

(3) Όταν η διερεύνηση μιας υπόθεσης απαιτεί πολύ χρόνο, ο Επίτροπος δύναται να υποβάλει ενδιάμεση έκθεση η οποία να περιλαμβάνει εισηγήσεις για τα μέτρα θεραπείας τα οποία, κατά την κρίση του, είναι αναγκαία μέχρι την περάτωση της έρευνας και την υποβολή της τελικής έκθεσης του.

(4) Στις περιπτώσεις που έχει διεξαχθεί έρευνα σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 5, η έκθεση που συντάσσεται σύμφωνα με το εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου υποβάλλεται στο Υπουργικό Συμβούλιο και αντίγραφο της κοινοποιείται στη Βουλή των Αντιπροσώπων.

(5) Στις περιπτώσεις που έχει διεξαχθεί έρευνα σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 5, η έκθεση που συντάσσεται σύμφωνα με το εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή και αντίγραφο της κοινοποιείται στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο.

(6) Σε κάθε έκθεση που υποβάλλεται αναφορικά με έρευνα που έχει διεξαχθεί σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 αναφέρονται και τυχόν σχόλια απόψεις ή παρατηρήσεις της αρμόδιας υπηρεσίας.

(7) Όταν, μετά τη συμπλήρωση έρευνας που έχει διεξαχθεί σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 5, ο Επίτροπος καταλήξει στο συμπέρασμα ότι προξενήθηκε οποιαδήποτε βλάβη ή αδικία σε βάρος του ενδιαφερόμενου προσώπου, στην έκθεση του υποβάλλει και εισήγηση ή σύσταση στην αρμόδια αρχή για την επανόρθωση της βλάβης ή της αδικίας, δύναται δε κατά την κρίση του να καθορίσει και το χρόνο εντός του οποίου η εν λόγω βλάβη ή αδικία πρέπει να επανορθωθεί.

(8) O Eπίτροπος, μετά την  υποβολή της έκθεσής του, δύναται να διαβουλεύεται με κάθε πρόσφορο τρόπο για την υλοποίηση των εισηγήσεών του και για την επίλυση του προβλήματος του ενδιαφερόμενου προσώπου· σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή δεν ενημερώσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας ως προς τις  ενέργειές της αναφορικά με την εφαρμογή των προτάσεων, εισηγήσεων ή συστάσεων του Επιτρόπου ή δεν αποδέχεται την εφαρμογή τους και εφόσον ο Επίτροπος κρίνει ότι οι προβληθέντες εκ μέρους της αρμοδίας αρχής λόγοι σχετικά με τη μη αποδοχή τους δεν αιτιολογούνται επαρκώς, υποβάλλει το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων στο Υπουργικό Συμβούλιο και στη Βουλή των Αντιπροσώπων, δυνάμενος να δημοσιοποιήσει την άρνηση ή την παράλειψη συμμόρφωσης της αρμόδιας αρχής με τις προτάσεις του.

(9) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη στο Νόμο αυτό, σε περίπτωση που μετά τη συμπλήρωση της έρευνας που έχει διεξαχθεί σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 ο Επίτροπος καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ενέργεια εναντίον της οποίας στρέφεται το παράπονο παραβίασε τα ανθρώπινα δικαιώματα του ενδιαφερόμενου προσώπου και δυνατό να συνιστά ποινικό αδίκημα, αντίγραφο της έκθεσης, που υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή σύμφωνα με το εδάφιο (5) του παρόντος άρθρου, κοινοποιείται στο Υπουργικό Συμβούλιο, στη Βουλή των Αντιπροσώπων και στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

(10) Κάθε μήνα ο Επίτροπος υποβάλλει στο Υπουργικό Συμβούλιο και στη Βουλή των Αντιπροσώπων συνοπτικό σημείωμα στο οποίο γίνεται συνοπτική αναφορά σε κάθε έκθεση που υποβλήθηκε αναφορικά με έρευνα που έχει διεξαχθεί σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 5. Στο σημείωμα επισυνάπτεται και το κείμενο οποιασδήποτε έκθεσης η οποία, κατά την κρίση του Επιτρόπου, αφορά σημαντική υπόθεση.

Παροχή συνδρομής από υπηρεσίες στον Επίτροπο, υποβολή των εκθέσεων από τον Επίτροπο στην αρμόδια υπηρεσία και δημοσιοποίηση των εκθέσεων

6Α-(1) Οι υπηρεσίες παρέχουν κάθε συνδρομή στο έργο που επιτελεί ο Επίτροπος δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 όπως προβλέπει το εδάφιο (7) του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου.

(2) Εκθέσεις που ετοιμάζει ο Επίτροπος αυτεπάγγελτα  δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5 υποβάλλονται στην αρμόδια υπηρεσία ή υπηρεσίες τις οποίες αφορούν οι απόψεις, εισηγήσεις και προτάσεις των εκθέσεων.

(3) Ο Επίτροπος δύναται να αποφασίσει τη δημοσιοποίηση οποιασδήποτε έκθεσης που υποβλήθηκε κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου.

(4) Στο συνοπτικό σημείωμα που ο Επίτροπος υποβάλλει μηνιαίως στο Υπουργικό Συμβούλιο και τη Βουλή των Αντιπροσώπων δυνάμει του εδαφίου (10) του άρθρου 6 γίνεται επίσης συνοπτική αναφορά σε κάθε έκθεση που ο Επίτροπος ετοίμασε αυτεπάγγελτα δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5.

(5) Στην ετήσια έκθεση, που δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 6 ο Επίτροπος  υποβάλλει στον Πρόεδρο με αντίγραφο στο Υπουργικό Συμβούλιο και τη Βουλή των Αντιπροσώπων για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, περιλαμβάνονται επίσης οι απόψεις, εισηγήσεις και προτάσεις του σε εκθέσεις που ετοίμασε αυτεπάγγελτα δυνάμει της  παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 5.

Δικαίωμα επικοινωνίας Επιτρόπου

7. Ο Επίτροπος κατά την εκτέλεση του έργου του επικοινωνεί απευθείας με τον Πρόεδρο, τους Υπουργούς και τους Ανεξάρτητους Αξιωματούχους της Δημοκρατίας και τους Προέδρους και τα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων ή Επιτροπών νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου ή άλλων οργανισμών δημόσιου δικαίου.

Υποχρέωση υπηρεσιών της Δημοκρατίας και διαδικασία

8.-(1) Όταν ο Επίτροπος διεξάγει έρευνα σύμφωνα με το Νόμο αυτό παρέχει την ευκαιρία σε οποιαδήποτε αρμόδια υπηρεσία ή λειτουργό ή άλλο πρόσωπο, το οποίο φέρεται ότι έχει ενεργήσει ή εξουσιοδοτήσει τη σχετική ενέργεια, να σχολιάσει οποιοδήποτε ισχυρισμό σχετικά με την ενέργεια αυτή.

(2) Αν σε οποιοδήποτε χρόνο κατά τη διάρκεια της έρευνας ο Επίτροπος κρίνει ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία που δικαιολογούν την υποβολή εκθέσεως ή συστάσεως από αυτόν η οποία δυνατό να επηρεάσει δυσμενώς οποιαδήποτε υπηρεσία ή λειτουργό ή άλλο πρόσωπο, ο Επίτροπος οφείλει να παράσχει σ’ αυτούς την ευκαιρία ν’ ακουστούν.

(3) Αν σε οποιοδήποτε χρόνο κατά τη διάρκεια της έρευνας ή ύστερα από αυτή ο Επίτροπος κρίνει ότι δυνατό να έχει διαπραχθεί ποινικό ή πειθαρχικό αδίκημα από οποιοδήποτε λειτουργό, ο Επίτροπος οφείλει να αναφέρει το ζήτημα στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή στην αρμόδια αρχή, ανάλογα με την περίπτωση, για τη λήψη των ενδεδειγμένων μέτρων.

(4) Οι διεξαγόμενες από τον Επίτροπο σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού έρευνες δε θα είναι δημόσιες.

(5) Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, η διαδικασία που θα τηρείται κατά τη διεξαγωγή μιας έρευνας θα είναι αυτή που ο Επίτροπος θεωρεί πρέπουσα σύμφωνα με τις περιστάσεις της υποθέσεως και, άνευ βλάβης της γενικότητας της διατάξεως αυτής, ο Επίτροπος έχει εξουσία όπως, τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, λαμβάνει πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο και με οποιοδήποτε τρόπο κρίνει αυτός ορθό, δύναται δε ν’ αποφασίσει αν ένα πρόσωπο δικαιούται να εκπροσωπηθεί με δικηγόρο ή διαφορετικά.

(6) Η διεξαγωγή μιας έρευνας σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού δεν επηρεάζει οποιαδήποτε ενέργεια που έχει γίνει από την αρμόδια υπηρεσία ή οποιαδήποτε εξουσία ή καθήκον της να ερευνήσει περαιτέρω οποιοδήποτε ζήτημα που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας.

(7) Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, όλες οι υπηρεσίες υποχρεούνται όπως, αν τους ζητηθεί τούτο από τον Επίτροπο, παρέχουν κάθε συνδρομή στο επιτελούμενο από αυτόν έργο.

(8) Ο Επίτροπος δύναται, μετά την άρνηση ή την παράλειψη της  υπηρεσίας να παράσχει την απαιτούμενη συνδρομή στο έργο που επιτελείται από αυτόν, να τάξει σ’ αυτήν ενόψει των περιστάσεων, εύλογη προθεσμία, εντός της οποίας να την καλεί να συνεργαστεί· σε περίπτωση που η ταχθείσα προθεσμία παρέλθει άπρακτη, η μη σύμπραξη της υπηρεσίας στη διεξαγωγή της έρευνας αποτελεί αντικείμενο ειδικής έκθεσης του Επιτρόπου προς τον καθ΄ ύλην αρμόδιο υπουργό, ο οποίος μεριμνά για την παροχή της απαιτούμενης συνδρομής στο έργο του Επιτρόπου.

(9) Άρνηση οποιουδήποτε λειτουργού που εργάζεται σε υπηρεσία να συνεργαστεί με τον Επίτροπο κατά τη διεξαγωγή έρευνας εκ μέρους αυτού με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, όταν η εν λόγω συνεργασία απαιτείται ως εκ των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του λειτουργού, συνιστά πειθαρχικό αδίκημα παράβασης καθήκοντος.

Απόδειξη

9.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού και παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, κατά τις έρευνες που διεξάγονται από τον Επίτροπο δεν επιτρέπεται η επίκληση από τις υπηρεσίες ή από λειτουργούς του καθήκοντος της εχεμύθειας, εκτός αν πρόκειται για παροχή πληροφορίας ή απάντηση σε ερώτηση ή παρουσίαση εγγράφου ή μέρους εγγράφου που αναφέρονται στις σχέσεις μεταξύ της Δημοκρατίας και οποιουδήποτε άλλου κράτους ή διεθνούς οργανισμού ή στην άμυνα ή την ασφάλεια ή την εξωτερική πολιτική της Δημοκρατίας ή που, σύμφωνα με πιστοποίηση της Γραμματείας του Υπουργικού Συμβουλίου, σχετίζονται με τη διαδικασία, τις διαβουλεύσεις ή τις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου ή Υπουργικής ή άλλης Επιτροπής που έχει οριστεί από το Υπουργικό Συμβούλιο.

(2) Παρά τις διατάξεις του εδαφίου (1), Υπουργός δύναται να δώσει γραπτή ειδοποίηση στον Επίτροπο ότι, κατά τη γνώμη του, η αποκάλυψη ενός συγκεκριμένου εγγράφου ή μιας συγκεκριμένης πληροφορίας θα επηρεάσει δυσμενώς την άμυνα ή την ασφάλεια της Δημοκρατίας ή θα παραβλάψει το δημόσιο συμφέρον όταν δίδεται μια τέτοια ειδοποίηση, ο Επίτροπος δε θα κοινοποιεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο το έγγραφο αυτό ή την πληροφορία αυτή.

(3) Κατά τη διεξαγωγή μιας έρευνας σύμφωνα με το Νόμο αυτό και τηρουμένων των διατάξεων του, ο Επίτροπος έχει εξουσία να καλέσει οποιοδήποτε λειτουργό ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να δώσει οποιαδήποτε μαρτυρία ή να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή να προσαγάγει οποιαδήποτε έγγραφα που, κατά τη γνώμη του Επιτρόπου, σχετίζονται με την έρευνα και ο λειτουργός αυτός ή το πρόσωπο αυτό οφείλουν να εμφανιστούν ενώπιον του Επιτρόπου κατά το χρόνο που καθορίζεται από τον Επίτροπο.

(4) Εκτός από τις περιπτώσεις για τις οποίες γίνεται διαφορετική πρόνοια στο Νόμο αυτό, κανένα πρόσωπο δεν υποχρεούται, για τους σκοπούς έρευνας δυνάμει του Νόμου αυτού, να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση ή να προσαγάγει οποιοδήποτε έγγραφο που αυτός δε θα υποχρεούτο να παράσχει ή να απαντήσει ή να προσαγάγει σε διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου.

(5) Καμιά μαρτυρία ή απάντηση σε ερώτηση ή δήλωση που δίδεται ή γίνεται από οποιοδήποτε λειτουργό ή άλλο πρόσωπο κατά τη διεξαγωγή μιας έρευνας από τον Επίτροπο δε γίνεται δεκτή ως μαρτυρία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή σε οποιαδήποτε άλλη έρευνα ή άλλη διαδικασία.

Καταβολή εξόδων ή επιδόματος

10. Ο Επίτροπος δύναται να διατάξει την καταβολή σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο εμφανίζεται ενώπιον του για να δώσει μαρτυρία ή να παράσχει πληροφορία ή να προσαγάγει έγγραφα:

(α) Οποιουδήποτε ποσού για τα έξοδα ταξιδιού, διαμονής και διατροφής στα οποία υποβλήθηκε˙ και

(β) οποιουδήποτε επιδόματος ως αποζημίωσης για την ημεραργία.

Αδικήματα

11. Οποιοσδήποτε που:

(α) Χωρίς νόμιμη δικαιολογία παραλείπει να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία που γνωρίζει και η οποία σχετίζεται με έρευνα που διενεργεί ο Επίτροπος˙

(β) χωρίς νόμιμη δικαιολογία αρνείται να εμφανιστεί ενώπιον του Επιτρόπου ή να παράσχει τα αιτούμενα από τον Επίτροπο στοιχεία ή ηθελημένα παρακωλύει με οποιοδήποτε τρόπο την παροχή τους˙

(γ) παρέχει οποιαδήποτε πληροφορία ή στοιχεία, γνωρίζοντας ότι αυτά είναι ανακριβή ή τα οποία έχει εύλογο λόγο να πιστεύει ότι δεν είναι ακριβή˙

(δ) χωρίς νόμιμη δικαιολογία παρακωλύει με οποιοδήποτε τρόπο την έρευνα που διεξάγεται από τον Επίτροπο˙

(ε) εξυβρίζει, παρεμποδίζει ή παρενοχλεί τον Επίτροπο ή οποιοδήποτε πρόσωπο που συμμετέχει σε οποιαδήποτε έρευνα˙

(στ) αρνείται να εργοδοτήσει, απολύει ή απειλεί πως θα απολύσει από την εργασία του, επηρεάζει ή απειλεί πως θα επηρεάσει, εκφοβίζει ή εξαναγκάζει, οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή επιβάλλει οποιαδήποτε χρηματική ή άλλη τιμωρία σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο λόγω του γεγονότος ότι το πρόσωπο αυτό:

(i) Υπέβαλε ή προτίθεται να υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο, για να εξεταστεί από τον Επίτροπο˙

(ii) χορήγησε ή παρουσίασε ή προτίθεται να χορηγήσει ή να παρουσιάσει οποιαδήποτε πληροφορία ή έγγραφα στον Επίτροπο˙

(iii) έδωσε ή προτίθεται να δώσει μαρτυρία ενώπιον του Επιτρόπου,

είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους ένα έτος ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

Προστασία Επιτρόπου

12.-(1) Δεν μπορεί να εγερθεί αγωγή εναντίον του Επιτρόπου για οποιαδήποτε πράξη που έκανε ή οποιαδήποτε γνώμη που εξέφρασε ή έκθεση που υπέβαλε κατά την καλόπιστη ενάσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών του δυνάμει του Νόμου αυτού και μέσα στα όρια αυτών.

(2) Ο Επίτροπος ή οποιοδήποτε μέλος του προσωπικού του Γραφείου του Επιτρόπου δε δύναται να κληθεί να δώσει μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου ή σε οποιαδήποτε διαδικασία δικαστικής φύσης, αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα το οποίο περιέρχεται σε γνώση του κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του.

Υποχρέωση για εχεμύθεια

13. Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, ο Επίτροπος και κάθε μέλος του προσωπικού του Γραφείου του Επιτρόπου θεωρεί και χειρίζεται ως απόρρητο κάθε ζήτημα, έγγραφο ή πληροφορία που περιέρχεται σε γνώση του κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, όπως και κάθε έκθεση που έχει υποβληθεί σύμφωνα με το Νόμο αυτό και δεν αποκαλύπτει ή μεταδίδει οποιοδήποτε τέτοιο ζήτημα, έγγραφο ή πληροφορία, εκτός μόνο για τους σκοπούς έρευνας ή έκθεσης σύμφωνα με το Νόμο αυτό.

Απολαβές κ.λ.π. Επιτρόπου και φιλοδώρημα επί τη αποχωρήσει

14.-(1) Ο Επίτροπος λαμβάνει απολαβές όπως ο Γενικός Ελεγκτής της Δημοκρατίας και έχει τα ίδια με αυτόν ωφελήματα.

(2) Όταν παύσει να κατέχει το αξίωμα του, ο Επίτροπος θα δικαιούται σύνταξη και φιλοδώρημα, τα οποία θα υπολογίζονται, όπως υπολογίζεται η σύνταξη και το φιλοδώρημα του Προέδρου της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας.

Κανονισμοί

15.-(1) Το Υπουργικό Συμβούλιο εκδίδει Κανονισμούς, οι οποίοι δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου αυτού και ειδικότερα:

(α) Για να καθορίσει οποιοδήποτε θέμα το οποίο δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού πρέπει ή δύναται να καθοριστεί˙ και

(β) για την καθοδήγηση του Επιτρόπου κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του.

(2) Κανονισμοί που γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Αν μετά την πάροδο εξήντα ημερών από την κατάθεση τους η Βουλή των Αντιπροσώπων με απόφαση της δεν τους τροποποιήσει ή τους ακυρώσει, ολικά ή μερικά, τότε, αμέσως μετά την πάροδο της πιο πάνω προθεσμίας, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και τίθενται σε ισχύ από τη δημοσίευση τους. Σε περίπτωση τροποποίησης τους, ολικά ή μερικά, από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, όπως θα τροποποιηθούν από αυτή, και τίθενται σε ισχύ από τη δημοσίευση τους.

Μεταβατικές διατάξεις

16. Μέχρι να διοριστεί το προσωπικό του Γραφείου του Επιτρόπου και προς το σκοπό προσωρινής επάνδρωσης του δύναται να διενεργηθούν αποσπάσεις δημόσιων ή άλλων κρατικών υπαλλήλων σ’ αυτό.

Επιφυλάξεις

17.-(1) Οι διατάξεις του Νόμου αυτού δεν επηρεάζουν τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή διοικητικής πράξης ή οποιωνδήποτε κανόνων δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες προβλέπεται η άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή ιεραρχικής προσφυγής ενώπιον οποιασδήποτε διοικητικής αρχής ή η διεξαγωγή έρευνας από ερευνητική επιτροπή ή οποιαδήποτε άλλη διαδικασία, και καμιά πρόνοια στο Νόμο αυτό δεν περιορίζει και δεν επηρεάζει, με οποιοδήποτε τρόπο, οποιαδήποτε τέτοια θεραπεία ή δικαίωμα ή διαδικασία.

(2) Οι διενεργούμενες από τον Επίτροπο σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού έρευνες δεν αναστέλλουν τη διαδικασία που σχετίζεται με την ενέργεια που αφορά η έρευνα που διεξάγεται ή οποιαδήποτε προθεσμία για την άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου ή οποιασδήποτε ιεραρχικής προσφυγής.

Κατάργηση

18. Ο περί Επιτρόπου Διοικήσεως Νόμος του 1972 καταργείται με τον παρόντα Νόμο.

Σημείωση
4 του Ν. 45(Ι)/2014Σημείωση Συντάκτη

Εκ παραδρομής η Βουλή παρέλειψε να τροποποιήσει τη λέξη "τους" σε "το" μετά την αντικατάσταση των λέξεων "τους έξι μήνες".