ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β - ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗ ΔΗΛΩΣΗ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΩΝ ΚΛΠ
Διενέργεια δηλώσεων

117. (1) Όταν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου απαιτείται από κάποιο πρόσωπο διενέργεια δήλωσης υποστατικού ή αντικειμένου:

(α) η δήλωση πρέπει να διενεργείται με τον τύπο και μορφή η οποία δύναται να είναι σε μηχανογραφημένη μορφή και να περιέχει τέτοια στοιχεία, όπως ο Διευθυντής ήθελε εκάστοτε καθορίσει, και

(β) το υποστατικό ή αντικείμενο σημαδεύεται και παραμένει σημασμένο, όπως ο Διευθυντής ήθελε εκάστοτε καθορίσει.

(2) Η δήλωση δεν είναι έγκυρη εκτός αν το πρόσωπο που τη διενεργεί -

(α) έχει συμπληρωμένη, κατά το χρόνο της διενέργειας της δήλωσης, την ηλικία των δεκαοκτώ ετών και

(β) κατά το χρόνο αυτό ήταν και εξακολουθεί να είναι ο πραγματικός κύριος της επιχείρησης, αναφορικά με την οποία έγινε η δήλωση.

(3) Όταν ο υπόχρεος προς διενέργεια δήλωσης είναι νομικό πρόσωπο, η δήλωση πρέπει να φέρει την υπογραφή διευθύνοντος συμβούλου, γενικού διευθυντή, γραμματέα ή άλλου παρομοίου αξιωματούχου του νομικού προσώπου, καθώς και τη σφραγίδα του νομικού προσώπου, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η προς υπογραφή εξουσιοδότηση του προσώπου αυτού παρασχέθηκε με τη σφραγίδα του νομικού προσώπου.

(4) Οποιοδήποτε πρόσωπο κατά τη διενέργεια δήλωσης κάποιου υποστατικού ή αντικειμένου παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες.

Νέα δήλωση του ιδίου υποστατικού

118. (1) Ο Διευθυντής δύναται οποτεδήποτε με έγγραφη ειδοποίησή του, η οποία απευθύνεται προς το πρόσωπο, από το οποίο έχει υπογραφεί η υφιστάμενη δήλωση για συγκεκριμένο υποστατικό ή αντικείμενο, να απαιτήσει τη διενέργεια νέας δήλωσης του υποστατικού ή αντικειμένου, η δε υφιστάμενη δήλωση, καθίσταται άκυρη με την πάροδο δεκατεσσάρων ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης χωρίς να επηρεάζεται οποιαδήποτε ευθύνη.

(2) Εκτός εάν επιτρέψει ο Διευθυντής και με τους όρους τους οποίους ήθελε επιβάλει, κανένα πρόσωπο δύναται να δηλώσει για οποιοδήποτε σκοπό, υποστατικό ή αντικείμενο το οποίο έχει δηλωθεί από άλλο πρόσωπο, εφόσον η δήλωση αυτή παραμένει σε ισχύ. Οποιαδήποτε δήλωση που γίνεται κατά παράβαση του εδαφίου αυτού είναι άκυρη.

(3) Όταν το πρόσωπο, από το οποίο έγινε η δήλωση υποστατικού, φυγοδικεί ή εγκαταλείπει την κατοχή του υποστατικού και διακόπτει την επιχείρηση, αναφορικά με την οποία έγινε η δήλωση και ο Διευθυντής επιτρέπει τη διενέργεια νέας δήλωσης από κάποιο άλλο πρόσωπο, η προηγούμενη δήλωση λογίζεται ότι ανακλήθηκε και καθίσταται άκυρη.

Απόδειξη δηλώσεων

119. Για τους σκοπούς οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, εφόσον ανακύψει αμφισβήτηση για τη διενέργεια δήλωσης από κάποιο πρόσωπο για υποστατικό ή αντικείμενο ή για οποιοδήποτε σκοπό -

(α) έγγραφο το οποίο προσάγεται στο Δικαστήριο ως πρωτότυπο της δήλωσης από εξουσιοδοτημένο λειτουργό, συνιστά, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου, επαρκή απόδειξη της διενέργειας της δήλωσης. και

(β) αν εξουσιοδοτημένος λειτουργός στη φύλαξη του οποίου τελεί οποιαδήποτε δήλωση που γίνεται με αυτό τον τρόπο, προσέλθει στο Δικαστήριο και μαρτυρήσει ότι, οι δηλώσεις που προσκομίζονται από αυτόν στο Δικαστήριο είναι όλες οι πρωτότυπες δηλώσεις που βρίσκονται στη φύλαξή του και ότι η δήλωση για την οποία υπάρχει αμφισβήτηση δεν περιλαμβάνεται σε αυτές, τεκμαίρεται, μέχρι απόδειξης του αντιθέτου, ότι η δήλωση αυτή ουδέποτε διενεργήθηκε.

Αδικήματα για τις δηλώσεις

120. (1) Οποιοδήποτε πρόσωπο χρησιμοποιεί υποστατικό ή αντικείμενο το οποίο έπρεπε να δηλωθεί σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, αμελεί, αρνείται ή παραλείπει να πράξει αυτό, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες πενήντα λίρες και κάθε τέτοιο αντικείμενο και όλα τα προϊόντα, τα οποία εξευρίσκονται σε αυτό το υποστατικό ή αντικείμενο υπόκεινται σε δήμευση.

(2) Οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει δηλώσει οποιοδήποτε υποστατικό ή αντικείμενο, χρησιμοποιεί αυτό για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο έχει δηλωθεί, υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο ποσό του φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα ή τις πεντακόσιες λίρες ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών.