ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΠΟΙΝΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ
Εμπορία παιδιών

6. Όποιος στρατολογεί, μεταφέρει, μεταβιβάζει, υποθάλπτει ή παραλαμβάνει παιδί, ανταλλάσσει ή μεταβιβάζει τον έλεγχο επί του παιδιού αυτού, με σκοπό την εκμετάλλευσή του, είναι ένοχος κακουργήματος και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη.

Εμπορία και εκμετάλλευση ανθρώπινων οργάνων

7.─(1) Όποιος στρατολογεί, μεταφέρει, μεταβιβάζει, υποθάλπτει ή παραλαμβάνει πρόσωπο, ανταλλάσσει ή μεταβιβάζει τον έλεγχο επί του προσώπου αυτού, με σκοπό την εκμετάλλευση ή πώληση ζωτικών του οργάνων, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα είκοσι πέντε έτη.

(2) Όποιος κατά τη διάπραξη του αδικήματος που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου επιφέρει είτε σκόπιμα είτε λόγω παράλειψής του, το θάνατο του θύματος είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση διά βίου.

Εκμετάλλευση στην εργασία

8. Όποιος εκμεταλλεύεται την εργασία ή τις υπηρεσίες προσώπου, το υποβάλλει σε καταναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία ή υπηρεσίες ή σε οποιασδήποτε μορφής δουλείας ή παρόμοιας πρακτικής ή υποτέλειας, μέσω-

(α) απειλών,

(β) χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού,

(γ) απαγωγής,

(δ) δόλου ή απάτης,

(ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση,

(στ) παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του προσώπου που ασκεί έλεγχο επί άλλου προσώπου,

είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη και σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο είναι ανήλικος, σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη.

Σεξουαλική εκμετάλλευση ενηλίκων προσώπων

9. Όποιος εκμεταλλεύεται σεξουαλικά ή εκπορνεύει πρόσωπο μέσω-

(α) απειλών,

(β) χρήσης βίας ή άλλων μορφών εξαναγκασμού,

(γ) απαγωγής,

(δ) δόλου ή απάτης,

(ε) κατάχρησης εξουσίας ή μιας ευπαθούς θέσης τέτοιας φύσεως ώστε το εν λόγω πρόσωπο να μην έχει άλλη αποδεκτή δυνατότητα παρά να υποταχθεί στην κατάχρηση,

(στ) παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων για εξασφάλιση της συγκατάθεσης του προσώπου που ασκεί έλεγχο επί άλλου προσώπου,

είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη.

Σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών

10. Όποιος εκμεταλλεύεται σεξουαλικά ή εκπορνεύει παιδί είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα είκοσι έτη.

Παιδική πορνογραφία

11.─(1) Όποιος-

(α) παράγει παιδική πορνογραφία∙

(β) διανέμει, διαδίδει ή μεταδίδει παιδική πορνογραφία με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, συμπεριλαμβανομένου και μέσω ηλεκτρονικού συστήματος∙

(γ) προσφέρει, παρέχει πληροφορίες ως προς τον τρόπο που μπορεί να καταστεί διαθέσιμη ή καθιστά διαθέσιμη παιδική πορνογραφία με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, συμπεριλαμβανομένου και μέσω ηλεκτρονικού συστήματος∙

(δ) αποκτά ή κατέχει παιδική πορνογραφία σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή∙

(ε) προσκαλεί παιδί με οποιοδήποτε ηλεκτρονικό ή άλλο μέσο για συμμετοχή του σε παιδική πορνογραφία∙

διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Οι πράξεις που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου, δε συνιστούν αδίκημα στην περίπτωση των παραγράφων (α) και (β) εφόσον η παραγωγή και η κατοχή εικόνων παιδιών που έχουν φθάσει την ηλικία της σεξουαλικής συναίνεσης γίνεται με τη συγκατάθεσή τους και αποκλειστικά προς ιδίαν χρήση:

Νοείται ότι η συγκατάθεση του θύματος δε θεωρείται έγκυρη, εάν για την επίτευξή της υπήρξε κατάχρηση θέσης ή υπήρξε δόλια χρήση της μεγαλύτερης ηλικίας, της ωριμότητας, της θέσης, της κοινωνικής κατάστασης, της πείρας ή της εξάρτησης του θύματος από το πρόσωπο που διαπράττει τα αδικήματα του εδαφίου (1).

Επιβαρυντικές περιστάσεις

12. Κατά την εκδίκαση των ποινικών αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 5 μέχρι 11 του παρόντος Νόμου, οι ακόλουθες περιστάσεις θεωρούνται ως επιβαρυντικές:

(α) Η διάπραξη του ποινικού αδικήματος εξέθεσε εκ προθέσεως ή εκ βαρείας αμελείας σε κίνδυνο τη ζωή του θύματος∙

(β) το ποινικό αδίκημα διεπράχθη εναντίον θύματος “ιδιαιτέρως ευάλωτου∙” το θύμα θεωρείται “ιδιαιτέρως ευάλωτο” στις περιπτώσεις που δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των δώδεκα ετών ή είναι παιδί με ειδικές ανάγκες∙

(γ) κατά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος χρησιμοποιήθηκε βία ή προξενήθηκε βαριά σωματική βλάβη στο θύμα∙ και

(δ) το ποινικό αδίκημα διεπράχθη στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 63Β του Ποινικού Κώδικα.

Παρακράτηση προσωπικών εγγράφων

13.─(1) Πρόσωπο το οποίο εκ προθέσεως καταστρέφει, αποκρύπτει, αφαιρεί από το νόμιμο κάτοχό του, παρακρατεί, κατάσχει ή κατέχει το διαβατήριο ή οποιοδήποτε άλλο ταξιδιωτικό ή άλλο έγγραφο αποδεικτικό της ταυτότητας οποιουδήποτε προσώπου, περιλαμβανομένης της άδειας διαμονής ή οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων του προσώπου αυτού, εκδιδόμενων δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου ή δυνάμει του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται-

(α) στο πλαίσιο της διάπραξης των ποινικών αδικημάτων του παρόντος Νόμου∙ ή

(β) με πρόθεση να διαπράξει τα ποινικά αδικήματα του παρόντος Νόμου ∙ ή

(γ) με σκοπό να εμποδίσει ή να περιορίσει ή να αποπειραθεί να εμποδίσει ή να περιορίσει, παράνομα, την προσωπική ελευθερία οποιουδήποτε θύματος δυνάμει του παρόντος Νόμου,

είναι ένοχο κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Αποτελεί υπεράσπιση ότι οι πράξεις του εδαφίου (1) διενεργήθηκαν από το θύμα συνεπεία της εμπλοκής του στα αδικήματα του άρθρου 5 μέχρι 11 του παρόντος Νόμου.

Διατήρηση, κ.λ.π. οίκου ανοχής

14.─(1) Πρόσωπο το οποίο εν γνώσει του -

(α) διατηρεί, διευθύνει ή χρηματοδοτεί ή συμβάλλει στη χρηματοδότηση οίκου ανοχής ή οποιουδήποτε άλλου χώρου εντός του οποίου ασκείται σεξουαλική εκμετάλλευση προσώπου ή συνεργεί στις πιο πάνω πράξεις∙

(β) μισθώνει το σύνολο ή μέρος ακινήτου ή άλλου χώρου με σκοπό την εκπόρνευση ή τη σεξουαλική εκμετάλλευση οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή συνεργεί στις πιο πάνω πράξεις∙

διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Πρόσωπο το οποίο αποπειράται να διαπράξει τα αδικήματα του εδαφίου (1), διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.

(3) Πρόσωπο το οποίο οργανώνει ή κατευθύνει άλλα πρόσωπα στη διάπραξη των αδικημάτων του εδαφίου (1) διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στις ίδιες ποινές με τον αυτουργό του αδικήματος.

(4) Πρόσωπο το οποίο προτρέπει ή βοηθά ή εξωθεί άλλο πρόσωπο να διαπράξει τα αδικήματα του εδαφίου (1) διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.

Διαφθορά δημόσιων λειτουργών

15.─(1) Η υπόσχεση, προσφορά ή παραχώρηση από πρόσωπο σε δημόσιο λειτουργό, άμεσα ή έμμεσα, αθέμιτου οφέλους, για τον ίδιο το λειτουργό ή για άλλο πρόσωπο ή οντότητα, έτσι ώστε ο λειτουργός να ενεργεί ή να απέχει από ενέργειες κατά την άσκηση των νομίμων καθηκόντων του δυνάμει του παρόντος Νόμου, συνιστά αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, το εν λόγω πρόσωπο υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Η πρόταση ή αποδοχή από δημόσιο λειτουργό, άμεσα ή έμμεσα, αθέμιτου οφέλους, για τον ίδιο το λειτουργό ή για άλλο πρόσωπο ή οντότητα, έτσι ώστε ο λειτουργός να ενεργεί ή να απέχει από ενέργειες κατά την άσκηση των νομίμων καθηκόντων του δυνάμει του παρόντος Νόμου, συνιστά αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ο όρος «δημόσιος λειτουργός» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα.

(4) Τα εδάφια (1) και (2) του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται κατ΄αναλογία στα πρόσωπα που παρέχουν είτε εθελοντικά είτε επί πληρωμή υπηρεσίες σε μη κυβερνητικούς οργανισμούς και έχουν επαφή με το θύμα.

Αποκλεισμός ορισμένων υπερασπίσεων

16. Τα πιο κάτω δεν αποτελούν υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο σχετικά με τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο:

(α) Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ή δεν πίστευε ότι το θύμα του αδικήματος ήταν παιδί∙ ή

(β) το γεγονός ότι το θύμα συγκατατίθεται στην παράνομη πράξη που συνιστά το αδίκημα ή ότι λαμβάνει οποιαδήποτε χρηματική ή άλλη αμοιβή γι΄αυτήν∙ ή

(γ) το γεγονός ότι στο κράτος όπου έλαβε χώρα, εν όλω ή εν μέρει, η πράξη ή ενέργεια για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος δε συνιστά αδίκημα ή δεν απαγορεύεται.

Επιπρόσθετες ποινές

17.─(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου και ανεξάρτητα από την επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής για τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, το δικαστήριο δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, να διατάξει-

(α) την προσωρινή ή μόνιμη απαγόρευση άσκησης επαγγελματικών δραστηριοτήτων σχετιζόμενων με την εκπαίδευση, φροντίδα και φύλαξη παιδιών σε περίπτωση που το θύμα του εγκλήματος είναι παιδί∙

(β) την προσωρινή ή μόνιμη απαγόρευση άσκησης, είτε απ΄ευθείας είτε μέσω τρίτου, των επαγγελματικών δραστηριοτήτων με αφορμή τις οποίες διεπράχθη το αδίκημα∙

(γ) το προσωρινό ή μόνιμο κλείσιμο των υποστατικών ή εγκαταστάσεων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη του αδικήματος· και

(δ) τη δήμευση οποιουδήποτε αντικειμένου ή μέσου το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.

(2) Παράλειψη συμμόρφωσης με διάταγμα του δικαστηρίου που εκδίδεται δυνάμει των παραγράφων (α) μέχρι (γ) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου συνιστά ποινικό αδίκημα και τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές.

Αυτεπάγγελτη διερεύνηση

18. Η διερεύνηση, η διεξαγωγή ανακρίσεων ή η άσκηση ποινικής δίωξης σε σχέση με τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο σε καμία περίπτωση δεν εξαρτώνται από την καταγγελία ή κατηγορία εκ μέρους του θύματος και οι αρμόδιες διωκτικές αρχές ενεργούν αυτεπάγγελτα για τη διερεύνηση, διεξαγωγή ανακρίσεων ή την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον προσώπων που ενέχονται στα αδικήματα αυτά.

Ευθύνη νομικών προσώπων

19.─(1) Νομικό πρόσωπο είναι υπεύθυνο για τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, όταν αυτά διαπράττονται προς όφελός του, από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου και το οποίο κατέχει στο νομικό αυτό πρόσωπο ηγετική ή διευθυντική θέση, βάσει –

(α) εξουσιοδότησης για εκπροσώπηση του νομικού προσώπου˙ ή

(β) εξουσίας λήψης αποφάσεων για λογαριασμό του νομικού προσώπου˙ ή

(γ) εξουσίας άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου.

(2) Νομικό πρόσωπο δύναται να θεωρηθεί υπεύθυνο για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο σε περίπτωση κατά την οποία η ελλιπής εποπτεία ή ο ελλιπής έλεγχος από πρόσωπο που καθορίζεται στο πιο πάνω εδάφιο έχει καταστήσει δυνατή τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων προς όφελος του νομικού προσώπου από πρόσωπο το οποίο ενεργεί υπό την εξουσία του.

(3) Η ευθύνη του νομικού προσώπου δυνάμει των πιο πάνω εδαφίων δεν αποκλείει την ποινική δίωξη των φυσικών προσώπων που ενεργούν ως αυτουργοί, ηθικοί αυτουργοί ή συνεργοί στα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.

Κυρώσεις κατά νομικών προσώπων

20.─(1) Νομικό πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες λίρες, και το δικαστήριο δύναται, επιπρόσθετα από οποιαδήποτε άλλη ποινή, να διατάξει-

(α) Τον προσωρινό ή μόνιμο αποκλεισμό από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις˙

(β) την προσωρινή ή μόνιμη απαγόρευση άσκησης εμπορικής δραστηριότητας˙

(γ) την επιβολή δικαστικής εποπτείας˙

(δ) τη διάλυση του νομικού προσώπου˙

(ε) το προσωρινό ή μόνιμο κλείσιμο των εγκαταστάσεων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη του αδικήματος˙

(στ) τη δήμευση οποιουδήποτε αντικειμένου ή μέσου το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.

(2) Παράλειψη συμμόρφωσης με διάταγμα του δικαστηρίου που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου (ε) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, συνιστά αδίκημα και το νομικό πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται υπόκειται σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις εκατόν χιλιάδες λίρες.

Ευθύνη μεταφορέων

21.─(1) Για σκοπούς εφαρμογής του Παρόντος Νόμου, όποιος μεταφορέας μεταφέρει στη Δημοκρατία πρόσωπο, το οποίο δεν κατέχει το διαβατήριό του ή οποιοδήποτε άλλο ταξιδιωτικό ή άλλο έγγραφο αποδεικτικό της ταυτότητάς του, διαπράττει ποινικό αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες λίρες.

(2) Οι πράξεις που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου δε συνιστούν ποινικό αδίκημα, όταν-

(α) Ο μεταφορέας πίστευε ότι τα έγγραφα που κατείχε ο επιβάτης αποτελούσαν ταξιδιωτικά έγγραφα για τη νόμιμη είσοδό του στη Δημοκρατία ∙ ή

(β) ο επιβάτης κατείχε τα ταξιδιωτικά του έγγραφα, όταν επιβιβάσθηκε στο μεταφορικό μέσο για να εισέλθει στη Δημοκρατία∙ ή

(γ) η παράνομη είσοδός του στη Δημοκρατία ήταν απαραίτητη, λόγω τραυματισμού ή αρρώστιας του επιβάτη πάνω στο μεταφορικό μέσο ή λόγω συνθηκών ή φαινομένων που ήταν πέραν από τον έλεγχο του μεταφορέα.

Δικαίωμα για αποζημιώσεις

22.─(1) Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό οποιουδήποτε άλλου ένδικου μέσου ή θεραπείας που προβλέπεται δυνάμει οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών, το θύμα κατά την έννοια του παρόντος Νόμου έχει θεσμικό αγώγιμο δικαίωμα αποζημιώσεων κατά παντός υπευθύνου για τα διαπραχθέντα ποινικά αδικήματα του παρόντος Νόμου, ο οποίος υπέχει αντίστοιχη αστική ευθύνη για την καταβολή ειδικών και γενικών αποζημιώσεων προς τα θύματά του, περιλαμβανομένων και οποιωνδήποτε καθυστερημένων οφειλών από την εκμετάλλευση της εργασίας του θύματος.

(2) Οι πιο πάνω αναφερόμενες γενικές αποζημιώσεις πρέπει να είναι δίκαιες και εύλογες και κατά τον υπολογισμό τους το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα-

(α) Την έκταση της εκμετάλλευσης και το όφελος που ο δράστης αποκόμισε ή μπορούσε να αποκομίσει από την εκμετάλλευση του θύματος∙

(β) τις μελλοντικές προοπτικές του θύματος και σε ποια έκταση επηρεάστηκαν από την εκμετάλλευσή του∙

(γ) το βαθμό της υπαιτιότητας του δράστη∙

(δ) τη συγγένεια ή τη σχέση εξουσίας ή επιρροής του δράστη προς το θύμα του.

(3) Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το βαθμό βαναυσότητας της εκμετάλλευσης ή το βαθμό συγγένειας ή σχέσης εξουσίας του δράστη προς το θύμα, δύναται να επιδικάζει τιμωρητικές αποζημιώσεις.

(4) Το δικαστήριο κατά τον υπολογισμό των ειδικών αποζημιώσεων λαμβάνει υπόψη του κάθε δαπάνη, στην οποία υποβάλλεται το θύμα συνεπεία της εκμετάλλευσης, περιλαμβανομένων των εξόδων επαναπατρισμού του, όπου αυτό εφαρμόζεται.

(5) Σε περίπτωση θανάτου του θύματος, θεσμικό αγώγιμο δικαίωμα για αποζημίωση έχουν τα εξαρτώμενα πρόσωπα του θύματος.

Δικαίωμα αποζημίωσης από το κράτος

23. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 22, το θύμα έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τη Δημοκρατία σύμφωνα με τις διατάξεις και υπό τις προϋποθέσεις του περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Αποζημίωση Θυμάτων Βίαιων Εγκλημάτων (Κυρωτικού) Νόμου του 1997, όπου αυτός εφαρμόζεται.

Γενεσιουργά αδικήματα

24.─(1) Αδικήματα διαπραττόμενα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου θεωρούνται ως γενεσιουργά αδικήματα δυνάμει του περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται, ως εάν αυτά να είχαν περιληφθεί στον εν λόγω Νόμο.

(2) Έσοδα από εγκληματικές πράξεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και τα οποία δημεύονται δυνάμει των άρθρων 22 και 24 του παρόντος Νόμου, αξιοποιούνται από τη Δημοκρατία για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων προστασίας, στήριξης και επανένταξης των θυμάτων στο κοινωνικό σύνολο, καθώς και για την αποζημίωση των θυμάτων δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 22 του παρόντος Νόμου.

Ο νόμος ως νομική βάση για έκδοση φυγόδικων

25. Ο παρών Νόμος συνιστά νομική βάση για σκοπούς έκδοσης φυγόδικων, σχετικά με τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται σ’αυτόν, στις περιπτώσεις όπου η έκδοση προσώπου θα πρέπει να βασίζεται στην ύπαρξη διμερούς σύμβασης μεταξύ της Δημοκρατίας και της αιτούσας την έκδοση χώρα, αλλά τέτοια διμερής σύμβαση δεν υφίσταται.

Επέκταση της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων

26.─(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 5 του Ποινικού Κώδικα και παρά τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ποινικού Κώδικα, τα δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, εφόσον αυτά διαπράττονται για λογαριασμό νομικού προσώπου το οποίο είναι εγκατεστημένο στη Δημοκρατία.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 5 του Ποινικού Κώδικα και παρά τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ποινικού Κώδικα, τα δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, εφόσον αυτά διαπράττονται με τη βοήθεια ηλεκτρονικού συστήματος στο οποίο υπάρχει πρόσβαση από το έδαφος της Δημοκρατίας, ασχέτως εάν το ηλεκτρονικό σύστημα ευρίσκεται ή όχι στο έδαφος της Δημοκρατίας.