ΜΕΡΟΣ ΙV ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Διοικητικά μέτρα και κυρώσεις.

7.-(1) Η Επιτροπή έχει την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις και να επιβάλλει κατάλληλες διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα κατ’ ελάχιστον για τις παραβάσεις των Άρθρων 14 και 15, των παραγράφων 1 και 2 του Άρθρου 16, των παραγράφων 1, 2, 4, 5 και 8 του Άρθρου 17, των παραγράφων 1, 2, 3, 4, 5 και 6 του Άρθρου 18, των παραγράφων 1, 2, 3, 5, 6, 7 και 11 του Άρθρου 19 και της παραγράφου 1 του Άρθρου 20 του Κανονισμού, άνευ επηρεασμού οποιωνδήποτε ποινικών διαδικασιών που υφίστανται ή έχουν ολοκληρωθεί:

Νοείται ότι, οι εξουσίες της Επιτροπής κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1), δεν επηρεάζουν τις εποπτικές της εξουσίες κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 23 του Κανονισμού και στα εδάφια (3) έως (5) του άρθρου 6 του παρόντος Νόμου.

(2) Η Επιτροπή έχει την εξουσία να λαμβάνει και/ή να επιβάλλει τα κατωτέρω διοικητικά μέτρα και κυρώσεις, στην περίπτωση των παραβάσεων που προβλέπονται στο εδάφιο (1)-

(α) Εντολή που υποχρεώνει το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση να τερματίσει τη συμπεριφορά του και να μην την επαναλάβει·

(β) αποστέρηση των αποκτηθέντων κερδών ή των αποφευχθεισών ζημιών λόγω της παράβασης, στο βαθμό που αυτά δύνανται να προσδιοριστούν·

(γ) δημόσια προειδοποίηση που αναφέρει το πρόσωπο που ευθύνεται και τη φύση της παράβασης·

(δ) ανάκληση ή αναστολή της άδειας λειτουργίας επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών·

(ε) προσωρινή απαγόρευση σε πρόσωπο το οποίο ασκεί διευθυντικά καθήκοντα εντός επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο το οποίο φέρει ευθύνη για την παράβαση, να ασκεί διευθυντικές λειτουργίες εντός εταιρείας παροχής επενδυτικών υπηρεσιών·

(στ) μόνιμη απαγόρευση, σε περίπτωση επανειλημμένης παράβασης των Άρθρων 14 ή 15 του Κανονισμού, σε πρόσωπο το οποίο ασκεί διευθυντικά καθήκοντα εντός επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή σε κάθε άλλο φυσικό πρόσωπο το οποίο φέρει ευθύνη για την παράβαση, να ασκεί διευθυντικές λειτουργίες εντός επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών·

(ζ) προσωρινή απαγόρευση σε πρόσωπο το οποίο ασκεί διευθυντικά καθήκοντα εντός επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή σε κάθε άλλο φυσικό πρόσωπο το οποίο φέρει ευθύνη για την παράβαση να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό·

(η) μέγιστες διοικητικές χρηματικές κυρώσεις που ανέρχονται έως και το τριπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, εάν το εν λόγω ποσό μπορεί να προσδιοριστεί·

(θ) στην περίπτωση φυσικών προσώπων, μέγιστες διοικητικές χρηματικές κυρώσεις-

(i) για παραβάσεις των Άρθρων 14 και 15 του Κανονισμού, ύψους πέντε εκατομμυρίων ευρώ (€5.000.000)·

(ii) για παραβάσεις των Άρθρων 16 και 17 του Κανονισμού, ύψους ένος εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000)· και

(iii) για παραβάσεις των Άρθρων 18, 19 και 20 του Κανονισμού, ύψους πεντακόσιων χιλιάδων ευρώ (€500.000)· και·

(ι) στην περίπτωση νομικών προσώπων, μέγιστες διοικητικές χρηματικές κυρώσεις-

(i) για παραβάσεις των Άρθρων 14 και 15 του Κανονισμού, ύψους δεκαπέντε εκατομμυρίων ευρώ (€15.000.000)·

(ii) για παραβάσεις των Άρθρων 16 και 17 του Κανονισμού, ύψους δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ (€2.500.000)· και

(iii) για παραβάσεις των Άρθρων 18, 19 και 20 του Κανονισμού, ύψους ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000).

(3) Ανεξάρτητα και επιπρόσθετα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού, σε περίπτωση που διαπιστώνεται παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και ή του Κανονισμού από νομικό πρόσωπο, η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο-

(α) Σε νομικό πρόσωπο∙ ή και

(β) σε διοικητικό σύμβουλο, διευθυντή ή αξιωματούχο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η παράβαση οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα, εσκεμμένη παράλειψη ή αμέλεια.

(4) Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή και του Κανονισμού από οποιοδήποτε πρόσωπο και για την οποία παράβαση δεν προβλέπεται στον παρόντα Νόμο ή στον Κανονισμό ειδικό διοικητικό πρόστιμο, ή σε περίπτωση που πρόσωπο δεν συμμορφώνεται με οποιαδήποτε εντολή ή απαγόρευση της Επιτροπής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2), η Επιτροπή δύναται να επιβάλει στον παραβάτη διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000) και σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες χιλιάδες ευρώ (€700.000).

(5) Σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο (4) ο υπαίτιος παράβασης προσπορίστηκε όφελος από την παράβαση αυτή, το οποίο υπερβαίνει τα ποσά των διοικητικών προστίμων που καθορίζονται στον παρόντα Νόμο ή στον Κανονισμό, ανάλογα με την περίπτωση, η Επιτροπή έχει εξουσία να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο ύψους μέχρι το διπλάσιο ποσό του οφέλους που ο υπαίτιος αποδεδειγμένα προσπορίστηκε από την παράβαση.

Ψευδείς δηλώσεις και απόκρυψη στοιχείων

8.- (1) Οποιοδήποτε πρόσωπο έχει υποχρέωση, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή και του Κανονισμού, να υποβάλλει ή να γνωστοποιεί στην Επιτροπή ή να δημοσιοποιεί ή να ανακοινώνει δημόσια οποιεσδήποτε πληροφορίες, στοιχεία, έγγραφα ή έντυπα, οφείλει να μεριμνά και να εξασφαλίζει την ορθότητα, την πληρότητα και την ακρίβειά τους.

(2) Η παροχή ψευδών ή παραπλανητικών ή ανακριβών πληροφοριών ή στοιχείων ή εγγράφων ή εντύπων ή η απόκρυψη ουσιώδους πληροφορίας από οποιαδήποτε γνωστοποίηση που υποβάλλεται στην Επιτροπή ή εντός οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο ή και στον Κανονισμό, συνιστά, εκτός από παράβαση η οποία υπόκειται σε διοικητική κύρωση κατά τα προβλεπόμενα στα εδάφια (4) και (5) του άρθρου 7, και ποινικό αδίκημα το οποίο τιμωρείται κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (3).

(3) Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του εδαφίου (1) είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εφτακόσιες χιλιάδες ευρώ (€700.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(4) Ποινική ευθύνη για το προβλεπόμενο στο παρόν άρθρο αδίκημα που διαπράττεται από νομικό πρόσωπο υπέχει, εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, και οποιοδήποτε από τα μέλη των διοικητικών, διευθυντικών, εποπτικών ή ελεγκτικών του οργάνων που αποδεικνύεται ότι συναίνεσε ή συνέπραξε στη διάπραξη του αδικήματος.

(5) Πρόσωπα που, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (4), υπέχουν ποινική ευθύνη για τα τελούμενα από νομικό πρόσωπο αδικήματα, ευθύνονται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή/και κεχωρισμένως για κάθε ζημιά που γίνεται σε τρίτους ένεκα της πράξεως ή της παραλείψεως που στοιχειοθετεί το αδίκημα.

Άσκηση των εποπτικών εξουσιών και επιβολή κυρώσεων

9. Η Επιτροπή, κατά τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου των διοικητικών κυρώσεων, λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων στοιχείων, όπου κρίνεται σκόπιμο-

(α) Τη σοβαρότητα και διάρκεια της παράβασης·

(β) το βαθμό ευθύνης του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου·

(γ) τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου, όπως υποδηλώνεται για παράδειγμα από το συνολικό κύκλο εργασιών ενός νομικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδημα ενός φυσικού προσώπου·

(δ) τη σημασία των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο, στο βαθμό που αυτό μπορεί να προσδιοριστεί·

(ε) το επίπεδο συνεργασίας του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου με την Επιτροπή, με την επιφύλαξη της ανάγκης αποστέρησης των αποκτηθέντων κερδών ή αποφευχθεισών ζημιών από το εν λόγω πρόσωπο·

(στ) τις οποιεσδήποτε προηγούμενες παραβάσεις του υπεύθυνου για την παράβαση προσώπου· και

(ζ) τα μέτρα που έχουν ληφθεί από το υπεύθυνο για την παράβαση πρόσωπο για να αποτραπεί τυχόν επανάληψη της παράβασης.

Αναφορά παραβάσεων

10. Η Επιτροπή δύναται με οδηγία της να ορίζει, εξειδικεύει ή διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, κάθε σχετικό θέμα αναφορικά με τους τρόπους αναφοράς παραβάσεων, ως η υποχρέωση δυνάμει του Άρθρου 32 του Κανονισμού, την παρακολούθηση των αναφορών και τους μηχανισμούς προστασίας των προσώπων που προβαίνουν σε αναφορές προς την Επιτροπή.

Δημοσίευση αποφάσεων επιβολής διοικητικών μέτρων και κυρώσεων

11.-(1) (α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (γ), η Επιτροπή δημοσιεύει στο διαδικτυακό της τόπο, κάθε απόφαση με την οποία επιβάλλεται διοικητική κύρωση ή άλλο μέτρο για παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή του Κανονισμού, αμέσως μετά την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης στο πρόσωπο στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση ή το μέτρο∙ η δημοσίευση περιλαμβάνει τουλάχιστον πληροφορίες σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση ή το μέτρο.

(β) Οι διατάξεις της παραγράφου (α) δεν ισχύουν για αποφάσεις επιβολής μέτρων διερευνητικού χαρακτήρα.

(γ) Σε περίπτωση που η Επιτροπή κρίνει ότι η δημοσίευση της ταυτότητας των νομικών προσώπων τα οποία αφορά η απόφαση ή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα φυσικών προσώπων θα ήταν δυσανάλογη, κατόπιν κατά περίπτωση αξιολόγησης που διενεργείται σχετικά με την αναλογικότητα της δημοσίευσης αυτών των δεδομένων ή αν η δημοσίευση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή μια διεξαγόμενη έρευνα, η Επιτροπή-

(i) Αναβάλλει τη δημοσίευση της απόφασης μέχρι να παύσουν να υφίστανται οι λόγοι της εν λόγω αναβολής∙ ή

(ii) δημοσιεύει την απόφαση σε ανώνυμη βάση σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο, εφόσον η δημοσίευση εξασφαλίζει αποτελεσματική προστασία των σχετικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· ή

(iii) δεν δημοσιεύει την απόφαση, αν θεωρεί ότι η δημοσίευση σύμφωνα με τις διατάξεις των υποπαραγράφων (i) και (ii) δεν επαρκεί για να εξασφαλιστεί-

Ι. ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών·

ΙΙ. η αναλογικότητα της δημοσίευσης των εν λόγω αποφάσεων σχετικά με μέτρα που θεωρούνται ήσσονος σημασίας.

(δ) Η Επιτροπή, σε περίπτωση που αποφασίσει να δημοσιεύσει μία απόφαση με ανώνυμο τρόπο κατά τα διαλαμβανόμενα στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (γ), δύναται να αναβάλει τη δημοσίευση των οικείων δεδομένων για εύλογο χρονικό διάστημα, όταν προβλέπεται ότι οι λόγοι της ανώνυμης δημοσίευσης θα παύσουν κατά την περίοδο αυτή.

(2) Σε περίπτωση που η απόφαση της Επιτροπής προσβάλλεται με προσφυγή δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών, η Επιτροπή δημοσιεύει αμέσως στο διαδικτυακό της τόπο τις πληροφορίες αυτές και κάθε μεταγενέστερη πληροφορία σχετική με τα αποτελέσματα της προσφυγής∙ η Επιτροπή, δημοσιεύει και κάθε απόφαση Δικαστηρίου που ακυρώνει απόφαση της Επιτροπής η οποία προσεβλήθη δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος.

(3) Η Επιτροπή εξασφαλίζει ότι κάθε απόφαση που δημοσιεύεται, κατά τα προβλεπόμενα στο παρόν άρθρο, παραμένει στο διαδικτυακό της τόπο για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ετών μετά τη δημοσίευσή της∙ τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στην εν λόγω δημοσίευση διατηρούνται στο διαδικτυακό τόπο της Επιτροπής για το χρονικό διάστημα που απαιτείται, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.