ΜΕΡΟΣ IV ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΑΡΧΗΣ
Εποπτεία της αγοράς

16.-(1) Η αρμόδια αρχή ασκεί τις εξουσίες οι οποίες παρέχονται σε αυτή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και των προνοιών των Κανονισμών, αναφορικά με την εποπτεία της αγοράς, με τρόπο ανεξάρτητο, αμερόληπτο και χωρίς διακρίσεις, λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα, αναλόγως του βαθμού κινδύνου ή μη συμμόρφωσης.

(2) Η αρμόδια αρχή δύναται να αναθέτει τεχνικές λειτουργίες σε άλλο οργανισμό, νοουμένου ότι δεν υπάρχει σύγκρουση συμφέροντος του εν λόγω οργανισμού σε σχέση με οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες δυνατόν να διεξάγει και νοουμένου ότι την ευθύνη για τις αποφάσεις του οργανισμού αυτού εξακολουθεί να έχει η αρμόδια αρχή.

Εξουσίες της αρμόδιας αρχής

17.-(1) Η αρμόδια αρχή, για σκοπούς εποπτείας της αγοράς, έχει εξουσία-

(α) να ζητεί από τους οικονομικούς φορείς να παράσχουν συναφή έγγραφα, τεχνικές προδιαγραφές, δεδομένα ή πληροφορίες που σχετίζονται με τη συμμόρφωση και τις τεχνικές πτυχές του προϊόντος, περιλαμβανομένης της πρόσβασης στο ενσωματωμένο λογισμικό στον βαθμό που η πρόσβαση αυτή είναι απαραίτητη για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του προϊόντος με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και/ή τις πρόνοιες των Κανονισμών, υπό οποιανδήποτε μορφή ή μορφότυπο και ανεξαρτήτως του μέσου ή του τόπου αποθήκευσης των εν λόγω εγγράφων, τεχνικών προδιαγραφών, δεδομένων ή πληροφοριών και να λαμβάνει ή να αποκτά αντίγραφα αυτών·

(β) να απαιτεί από τους οικονομικούς φορείς να παρέχουν συναφείς πληροφορίες αναφορικά με την αλυσίδα εφοδιασμού, τις λεπτομέρειες του δικτύου διανομής, τις ποσότητες προϊόντων στην αγορά και οποιαδήποτε άλλα μοντέλα του προϊόντος που έχουν τα ίδια τεχνικά χαρακτηριστικά με το συγκεκριμένο προϊόν, εφόσον αυτό έχει σημασία σε ό,τι αφορά τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου και/ή στις πρόνοιες των Κανονισμών·

(γ) να απαιτεί από τους οικονομικούς φορείς να παρέχουν συναφείς πληροφορίες που απαιτούνται, προκειμένου να εξακριβωθεί η κυριότητα των δικτυακών τόπων, σε περίπτωση κατά την οποία οι πληροφορίες αυτές έχουν σχέση με το αντικείμενο της έρευνας·

(δ) να λαμβάνει δείγματα προϊόντων και να τα υποβάλλει σε εξέταση, δοκιμή και έλεγχο, προκειμένου να διαπιστωθεί η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και/ή τις πρόνοιες των Κανονισμών·

(ε) να διενεργεί χωρίς προειδοποίηση επιτόπιες επιθεωρήσεις και φυσικούς ελέγχους προϊόντων·

(στ) να εισέρχεται ελεύθερα και χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, σε εμπορικό ή βιομηχανικό χώρο, σε χώρο εργασίας ή χώρο αποθήκευσης προϊόντων ή σε μεταφορικό μέσο, εκτός από κατοικία, σε εύλογο χρόνο, με σκοπό τη διαπίστωση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και/ή τις πρόνοιες των Κανονισμών:

Νοείται ότι, η είσοδος σε κατοικία επιτρέπεται ύστερα από την εξασφάλιση της συγκατάθεσης του ιδιοκτήτη αυτής και, σε περίπτωση κατά την οποία ο ιδιοκτήτης δεν παρέχει τη συγκατάθεσή του, μόνο κατόπιν έκδοσης σχετικού δικαστικού εντάλματος·

(ζ) να κινεί έρευνες με ιδία πρωτοβουλία, προκειμένου να εντοπίζει περιπτώσεις μη συμμόρφωσης και να παύει τέτοιες έρευνες·

(η) να λαμβάνει όλα τα κατάλληλα αναλογικά μέτρα για τη συμμόρφωση προϊόντος·

(θ) να συνοδεύεται από αστυνομικό σε περίπτωση που έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι θα παρεμποδισθεί στην άσκηση των εξουσιών της ή στην εκτέλεση των καθηκόντων της·

(ι)να συνοδεύεται από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και να φέρει μαζί της εξοπλισμό ή υλικά αναγκαία για οποιονδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκείται η εξουσία εισόδου στο υποστατικό·

(ια) να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο στον χώρο του υποστατικού να της παρέχει τέτοιες πληροφορίες, διευκολύνσεις και βοήθεια για θέματα τα οποία είναι υπό τον έλεγχο ή την ευθύνη του προσώπου αυτού και οι οποίες είναι αναγκαίες, για να την υποβοηθήσουν να ασκήσει οποιεσδήποτε από τις εξουσίες που της παρέχονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, και ειδικότερα να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο να παρέχει στην ίδια ή σε άλλο πρόσωπο που την συνοδεύει δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (ι), ασφαλή πρόσβαση σε οποιοδήποτε μέρος του υποστατικού ή χώρου εργασίας και οποιαδήποτε ευλόγως διαθέσιμα μέσα για τη λήψη δειγμάτων των προϊόντων δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (δ)·

(ιβ) να λαμβάνει τέτοιες μετρήσεις ή φωτογραφίες και διεξάγει τέτοιες καταγραφές, τις οποίες ήθελε κρίνει αναγκαίες για τους σκοπούς οποιασδήποτε επιθεώρησης, εξέτασης ή διερεύνησης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου·

(ιγ) να διεξάγει έλεγχο στις εγκαταστάσεις παραγωγής του προϊόντος, κατά το στάδιο παραγωγής του, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο οποιαδήποτε μη συμμόρφωση οφείλεται σε αβλεψία ή σε σφάλμα το οποίο συμβαίνει κατ’ εξακολούθηση·

(ιδ) σε περίπτωση που έχει εύλογη υποψία ότι υφίσταται παράβαση οποιασδήποτε διάταξης του παρόντος Νόμου ή πρόνοιας Κανονισμών σε σχέση με προϊόν, με επίδοση σχετικής ειδοποίησης να κατάσχει το εν λόγω προϊόν, προκειμένου να διαπιστωθεί, με δοκιμή ή άλλως πως, οποιαδήποτε τέτοια παράβαση και/ή να κατάσχει οποιαδήποτε σχετικά έγγραφα, πληροφορίες, αρχεία, ηλεκτρονικά αρχεία, προϊόντα ή δείγματα προϊόντων, τα οποία αναμένεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία.

(2) Η αρμόδια αρχή δύναται να-

(α) καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας ο οικονομικός φορέας υποβάλλει ενώπιον της οποιαδήποτε απαιτούμενα έγγραφα και/ή πληροφορίες∙

(β) ζητεί μετάφραση των απαιτούμενων εγγράφων και/ή πληροφοριών στην ελληνική και/ή αγγλική γλώσσα∙

(γ) χρησιμοποιεί πληροφορίες, έγγραφα, ευρήματα, δηλώσεις ή μυστικές πληροφορίες ως αποδεικτικά στοιχεία για τους σκοπούς των ερευνών της, ανεξαρτήτως του μορφότυπου και του μέσου αποθήκευσής τους.

Εμπιστευτικότητα πληροφοριών

18.-(1) Η αρμόδια αρχή τηρεί την εμπιστευτικότητα οποιωνδήποτε πληροφοριών λαμβάνει κατά την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών που της παραχωρούνται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των προνοιών Κανονισμών.

(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) εφαρμόζονται με την επιφύλαξη-

(α) της υποχρέωσης της αρμόδιας αρχής και των κοινοποιημένων οργανισμών για αμοιβαία ενημέρωση και κοινοποίηση ειδοποιήσεων· και

(β) της υποχρέωσης της αρμόδιας αρχής για ενημέρωση της Επιτροπής και των άλλων κρατών μελών κατά τα προβλεπόμενα στους Κανονισμούς και στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020.

(3) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) δεν ισχύουν σε περίπτωση κατά την οποία η πληροφορία είναι δημοσιευμένη ή η αποκάλυψη διενεργείται-

(α) επειδή τίθεται σε σοβαρό και άμεσο κίνδυνο η υγεία και ασφάλεια οποιουδήποτε προσώπου και ιδιαίτερα των καταναλωτών και των εργαζομένων ή η προστασία του περιβάλλοντος·

(β) σε σχέση με τη διερεύνηση ποινικού αδικήματος δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή για τους σκοπούς οποιασδήποτε διοικητικής ή ποινικής διαδικασίας η οποία εγείρεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

Αγορά δείγματος προϊόντος

19.-(1) Η αρμόδια αρχή δύναται να προβαίνει σε οποιαδήποτε αγορά δείγματος προϊόντος με σκοπό την υποβολή του σε εξέταση, δοκιμή και έλεγχο για να διαπιστωθεί η συμμόρφωση του προϊόντος με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τις πρόνοιες Κανονισμών:

Νοείται ότι, η αγορά δείγματος δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δύναται να πραγματοποιηθεί χωρίς αποκάλυψη της ιδιότητας του αγοραστή.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία προϊόν το οποίο εξασφαλίζεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου από ή για λογαριασμό της αρμόδιας αρχής υποβάλλεται σε εξέταση και/ή δοκιμή και/ή έλεγχο ο οποίος καταλήγει σε-

(α) άσκηση ποινικής δίωξης για προβλεπόμενο στο άρθρο 33 αδίκημα∙

(β) διαδικασία δήμευσης προϊόντων∙ ή

(γ) επίδοση ειδοποίησης καταστροφής ή απόσυρσης και/ή ανάκλησης προϊόντος δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 24·

η αρμόδια αρχή επιτρέπει στο πρόσωπο από το οποίο έχει αγοραστεί το προϊόν ή σε πρόσωπο το οποίο αποτελεί μέρος της ποινικής διαδικασίας ή της διαδικασίας δήμευσης ή το οποίο έχει συμφέρον σε οποιοδήποτε προϊόν το οποίο αφορά η ειδοποίηση καταστροφής ή απόσυρσης και/ή ανάκλησης, να υποβάλει το εν λόγω προϊόν σε εξέταση, δοκιμή και/ή έλεγχο.

Ένταλμα εισόδου και έρευνας υποστατικών

20.-(1) Τηρουμένων των σχετικών με την έκδοση και εκτέλεση δικαστικών ενταλμάτων έρευνας διατάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Επαρχιακός Δικαστής δύναται να εκδώσει δικαστικό ένταλμα, με το οποίο να εξουσιοδοτεί λειτουργό της αρμόδιας αρχής να εισέλθει σε υποστατικό-

(α) αφού ικανοποιηθεί με βάση ένορκη καταγγελία ότι-

(i) οποιοδήποτε προϊόν, έγγραφο και/ή άλλο στοιχείο, το οποίο εξουσιοδοτημένος λειτουργός της αρμόδιας αρχής έχει εξουσία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου να επιθεωρεί, βρίσκεται σε οποιοδήποτε υποστατικό και ότι η επιθεώρησή του πιθανόν να αποκαλύψει αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη παράβασης των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των προνοιών Κανονισμών· ή

(ii) έχει διαπραχθεί ή διαπράττεται ή πρόκειται να διαπραχθεί προβλεπόμενο στον παρόντα Νόμο αδίκημα εντός υποστατικού· και

(β) αφού ικανοποιηθεί ότι-

(i) η είσοδος στο υποστατικό έχει εμποδιστεί ή είναι πιθανόν να εμποδιστεί· ή

(ii) η αίτηση άδειας εισόδου ή η παροχή τέτοιας ειδοποίησης θα ματαίωνε το σκοπό της εισόδου· ή

(iii) το υποστατικό είναι κενό κατοχής.

(2) Εξουσιοδοτημένος λειτουργός ο οποίος εισέρχεται σε υποστατικό δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου δύναται να έχει μαζί του ή να συνοδεύεται από τέτοιο άλλο πρόσωπο, περιλαμβανομένου αστυνομικού οργάνου, ή τέτοιο εξοπλισμό που αυτός ήθελε θεωρήσει απαραίτητο για την συγκεκριμένη περίπτωση.

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο εξουσιοδοτημένο δυνάμει δικαστικού εντάλματος εισέλθει σε υποστατικό, οφείλει κατά την αποχώρησή του, εάν αυτό είναι κενό κατοχής, να το εγκαταλείψει σε όποια ασφαλή κατάσταση το βρήκε, ιδιαίτερα από την άποψη της έξωθεν παραβίασής του.

Ένταλμα λήψης δειγμάτων προϊόντος

21. Τηρουμένων των διατάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Επαρχιακός Δικαστής, αφού ικανοποιηθεί ότι έχει εμποδιστεί η λήψη δείγματος οποιουδήποτε προϊόντος σε σχέση με το οποίο η αρμόδια αρχή έχει εξουσία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου να λαμβάνει δείγμα και να το υποβάλλει σε εξέταση, δοκιμή και έλεγχο, προκειμένου να διαπιστωθεί η συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και/ή με τις πρόνοιες Κανονισμών, δύναται να εκδώσει δικαστικό ένταλμα το οποίο να εξουσιοδοτεί λειτουργό της αρμόδιας αρχής να λάβει δείγμα του προϊόντος από συγκεκριμένο υποστατικό ή άλλο χώρο, μεταφορικό μέσο ή επιχείρηση.

Αίτηση για διάταγμα επιστροφής προϊόντων

22.-(1) Πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον σε προϊόν που κατάσχεται ή κατακρατείται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου από την αρμόδια αρχή ή από εξουσιοδοτημένο λειτουργό της, δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος για επιστροφή του προϊόντος σε αυτό ή σε άλλο πρόσωπο.

(2) Το Δικαστήριο προβαίνει στην έκδοση του αναφερόμενου στο εδάφιο (1) διατάγματος, μόνο εάν ικανοποιηθεί ότι-

(α) δεν έχει εγερθεί ποινική διαδικασία για αδίκημα αναφορικά με παράβαση διάταξης του παρόντος Νόμου σε σχέση με το προϊόν ή διαδικασία δήμευσης του προϊόντος ή, εάν έχει εγερθεί, αυτή έχει περατωθεί, χωρίς να δημευθεί το προϊόν ή χωρίς να καταδικαστεί οποιοδήποτε πρόσωπο·

(β) σε περίπτωση κατά την οποία δεν έχει εγερθεί ποινική διαδικασία ή διαδικασία δήμευσης, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν των τριών (3) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία το προϊόν κατασχέθηκε ή κατακρατήθηκε.

Ειδοποίηση συμμόρφωσης και λήψη μέτρων

23.-(1) Η αρμόδια αρχή, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι προϊόν ενδεχομένως να θέσει σε κίνδυνο την υγεία ή την ασφάλεια των τελικών χρηστών και/ή δεν είναι σύμφωνο με διάταξη του παρόντος Νόμου και/ή με πρόνοια Κανονισμών επιδίδει σχετική ειδοποίηση στον οικονομικό φορέα, ανάλογα με την περίπτωση, στην οποία-

(α) του επισημαίνει την παράβαση·

(β) τον καλεί χωρίς καθυστέρηση, εντός χρονικού διαστήματος το οποίο καθορίζεται στην ειδοποίηση, αναλόγως της φύσης της παράβασης, να λάβει όλα τα κατάλληλα και αναλογικά διορθωτικά μέτρα ούτως ώστε να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και/ή των Κανονισμών· και

(γ) απαιτεί όπως την τηρεί ενήμερη για τον χώρο στον οποίο βρίσκεται το προϊόν, καθώς και για τις ποσότητες του προϊόντος που έχουν διατεθεί και/ή βρίσκονται αποθηκευμένες για το χρονικό διάστημα της ειδοποίησης.

(2) Η αρμόδια αρχή δύναται, σε περίπτωση που προβαίνει στις προβλεπόμενες στο εδάφιο (1) διαπιστώσεις, να απαιτήσει από τον οικονομικό φορέα να-

(α) λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό τη συμμόρφωση του προϊόντος, κατά τα οριζόμενα στο Νόμο και/ή στους Κανονισμούς και/ή να διασφαλίσει ότι το προϊόν δεν παρουσιάζει πλέον οποιονδήποτε κίνδυνο∙

(β) αποτρέψει τη διαθεσιμότητα του προϊόντος στην αγορά·

(γ) αποσύρει ή να ανακαλέσει το προϊόν αμέσως και να ειδοποιήσει το κοινό για τον κίνδυνο που παρουσιάζει·

(δ) καταστρέψει το προϊόν ή με άλλο τρόπο να το αχρηστεύσει·

(ε) επικολλήσει στο προϊόν κατάλληλες, σαφώς διατυπωμένες, εύκολα κατανοητές προειδοποιήσεις για τους κινδύνους που αυτό μπορεί να παρουσιάζει στην ελληνική γλώσσα ή και στην αγγλική γλώσσα·

(στ) ορίσει προϋποθέσεις για τη διαθεσιμότητα του συγκεκριμένου προϊόντος στην αγορά·

(ζ) ειδοποιήσει τους τελικούς χρήστες οι οποίοι τίθενται σε κίνδυνο, μεταξύ άλλων, με τη δημοσίευση ειδικών προειδοποιήσεων στην ελληνική γλώσσα ή και στην αγγλική γλώσσα:

Νοείται ότι, η λήψη των προβλεπόμενων στις παραγράφους (ε), (στ) και (ζ) μέτρων, δύναται να απαιτηθεί αποκλειστικά στην περίπτωση κατά την οποία το προϊόν ενδεχομένως να παρουσιάσει κίνδυνο αποκλειστικά υπό ορισμένες συνθήκες ή για ορισμένους τελικούς χρήστες.

(3) Ειδοποίηση η οποία επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), περιλαμβάνει-

(α) περιγραφή του προϊόντος κατά τρόπο που να διακριβώνεται επακριβώς η ταυτότητά του·

(β) τα μέτρα τα οποία αναμένεται να λάβει η αρμόδια αρχή σε περίπτωση κατά την οποία ο οικονομικός φορέας δεν συμμορφωθεί·

(γ) τα μέτρα τα οποία οφείλει να λάβει ο οικονομικός φορέας ώστε να θεωρηθεί ότι συμμορφώθηκε με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και/ή με τις πρόνοιες Κανονισμών.

(4) Η αρμόδια αρχή δύναται να λαμβάνει προσωρινά μέτρα για το χρονικό διάστημα εντός του οποίου ο οικονομικός φορέας καλείται να συμμορφωθεί και να καθορίζει το χρονικό διάστημα ισχύος των προσωρινών μέτρων.

(5) Σε περίπτωση πλήρους συμμόρφωσης με την ειδοποίηση συμμόρφωσης, η αρμόδια αρχή απέχει από τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων προτίθετο να λάβει, κατά τα προβλεπόμενα στις διατάξεις του άρθρου 24.

(6) Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την ειδοποίηση, η αρμόδια αρχή δύναται να λάβει οποιαδήποτε μέτρα κρίνει κατάλληλα, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης, νοουμένου ότι οποιαδήποτε άλλα μέτρα έχουν αποτύχει ή δεν θεωρούνται ικανοποιητικά.

Ειδοποίηση απόσυρσης και/ή ανάκλησης και/ή καταστροφής

24.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια αρχή ενεργεί κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (6) του άρθρου 23 επιδίδει στον οικονομικό φορέα-

(α) ειδοποίηση απόσυρσης του προϊόντος· και/ή

(β) ειδοποίηση ανάκλησης του προϊόντος· και/ή

(γ) ειδοποίηση καταστροφής του προϊόντος.

(2) Η προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) ειδοποίηση περιλαμβάνει-

(α) περιγραφή του προϊόντος κατά τρόπο που να διακριβώνεται επακριβώς η ταυτότητά του·

(β) τα μέτρα τα οποία θα λάβει η αρμόδια αρχή σε περίπτωση κατά την οποία ο οικονομικός φορέας δεν συμμορφωθεί·

(γ) απαίτηση από τον οικονομικό φορέα προς τον οποίο επιδίδεται όπως τηρεί την αρμόδια αρχή ενήμερη για το χώρο στον οποίο βρίσκεται το προϊόν, καθώς και για τις ποσότητες του προϊόντος που έχουν διατεθεί και/ή βρίσκονται αποθηκευμένες για το χρονικό διάστημα της ειδοποίησης:

Νοείται ότι, στην προβλεπόμενη στο εδάφιο (1) ειδοποίηση, η αρμόδια αρχή δύναται επίσης να καθορίζει τον τρόπο χειρισμού των αποθεμάτων, όπου αυτό εφαρμόζεται.

(3) Σε περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια αρχή ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), προειδοποιεί τους καταναλωτές και/ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο για τους κινδύνους και/ή τη μη συμμόρφωση που παρουσιάζει ένα προϊόν, ΅ε όποιο τρόπο ήθελε θεωρήσει κατάλληλο, περιλαμβανομένης της έκδοσης ανακοίνωσης προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στην οποία να αναφέρονται όλα τα απαραίτητα στοιχεία του προϊόντος, περιλαμβανομένων των στοιχείων του οικονομικού φορέα, του μοντέλου του προϊόντος, της φύσης του κινδύνου και/ή της μη συμμόρφωσης, καθώς επίσης και οποιαδήποτε άλλα στοιχεία τα οποία κατά την κρίση της αρμόδιας αρχής αφορούν το προϊόν.

(4) Η αρμόδια αρχή δύναται να συγκατατίθεται για εκ νέου διαθεσιμότητα προϊόντος στην αγορά για το οποίο έχουν ληφθεί μέτρα δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), επιβάλλοντας τέτοιους όρους ως προς τη διαθεσιμότητά του και/ή τη θέση του σε λειτουργία, τους οποίους η αρμόδια αρχή θεωρεί κατάλληλους, με σκοπό τη συμμόρφωση του εν λόγω προϊόντος με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και/ή τις πρόνοιες Κανονισμών.

Προϊόντα που παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο

25.-(1) Η αρμόδια αρχή δύναται να λάβει οποιοδήποτε από τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) του άρθρου 24 μέτρα χωρίς προηγουμένως να έχει διαβουλευτεί με τον οικονομικό φορέα και/ή να ακολουθήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 23 διαδικασία, σε περίπτωση κατά την οποία εντοπίζονται προϊόντα-

(α) τα οποία παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο και δεν υπάρχουν άλλα αποτελεσματικά μέσα για την εξάλειψη του σοβαρού κινδύνου· ή

(β) των οποίων η διάθεση στην αγορά έχει απαγορευθεί.

(2) Η απόφαση κατά πόσο συγκεκριμένο προϊόν παρουσιάζει ή όχι σοβαρό κίνδυνο βασίζεται σε κατάλληλη εκτίμηση κινδύνου, λαμβανομένων υπόψη της φύσεως και του βαθμού της επικινδυνότητας και της πιθανότητας υλοποίησής της.

Υποχρέωση αιτιολόγησης μέτρων και πληροφόρησης των ενδιαφερόμενων προσώπων για τα δικαιώματά τους

26.-(1) Μέτρα τα οποία λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους και τα οποία περιορίζουν τη διαθεσιμότητα προϊόντων στην αγορά ή τη θέση τους σε λειτουργία αιτιολογούνται επαρκώς από την αρμόδια αρχή, η οποία προσδιορίζει με ακρίβεια τους λόγους επί των οποίων βασίζεται η λήψη των εν λόγω μέτρων.

(2) Τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) μέτρα κοινοποιούνται στον οικονομικό φορέα το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη λήψη της απόφασης, με αναφορά στα ένδικα ή άλλα μέσα τα οποία έχει στη διάθεσή του για προσβολή της απόφασης της αρμόδιας αρχής, καθώς και τις προθεσμίες εντός των οποίων αυτά πρέπει να ασκηθούν.

(3) Το ενδιαφερόμενο μέρος δικαιούται να υποβάλει γραπτώς ή προφορικώς τη γνώμη του ενώπιον της αρμόδιας αρχής πριν από την εφαρμογή του σχετικού μέτρου και εντός της καθορισθείσας στη σχετική ειδοποίηση προθεσμίας, η οποία δεν δύναται να είναι μικρότερη των δέκα (10) εργάσιμων ημερών, πλην της περίπτωσης επείγουσας λήψης του μέτρου για λόγους δημόσιας υγείας ή ασφάλειας και/ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως προβλέπονται στη σχετική νομοθεσία και/ή στο άρθρο 25 του παρόντος Νόμου.

(4) Σε περίπτωση κατά την οποία δεν είναι δυνατή η πραγματοποίηση διαβούλευσης κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) εξαιτίας της επείγουσας λήψης του μέτρου, παρέχεται η δυνατότητα στον οικονομικό φορέα να εκθέσει τις απόψεις του το ταχύτερο δυνατόν, ενώ το εν λόγω μέτρο επανεξετάζεται πάραυτα από την αρμόδια αρχή.

Ιεραρχική προσφυγή κατά απόφασης για λήψη των προβλεπόμενων στα άρθρα 24 και 25 μέτρων

27.-(1) Ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να ασκήσει ιεραρχική προσφυγή κατά απόφασης της αρμόδιας αρχής για λήψη μέτρων δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 24 και 25 ενώπιον του Υπουργού εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης του μέτρου στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο.

(2) Κατά την εκδίκαση της ιεραρχικής προσφυγής, ο Υπουργός δύναται να-

(α) ζητήσει από τον οικονομικό φορέα να προσκομίσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ακρίβεια των πραγματικών ισχυρισμών που αναφέρονται στην ιεραρχική προσφυγή, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο, βάσει των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του οικονομικού φορέα και των λοιπών επηρεαζόμενων· και

(β) θεωρήσει ανακριβείς τους πραγματικούς ισχυρισμούς, εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που ζητούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) δεν προσκομιστούν έγκαιρα ή θεωρηθούν ανεπαρκή.

(3)(α) O Υπουργός εξετάζει αμέσως κάθε προσφυγή που ασκείται ενώπιόν του δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου και, σε περίπτωση που θεωρήσει αυτό αναγκαίο ή σκόπιμο, ακούει ή με άλλο τρόπο παρέχει την ευκαιρία στον προσφεύγοντα να υποστηρίξει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η προσφυγή.

(β) Ο Υπουργός αποφασίζει για κάθε προσφυγή το ταχύτερο και κοινοποιεί την απόφασή του στον προσφεύγοντα εντός εξήντα (60) ημερών από την ημερομηνία άσκησης της προσφυγής.

(4) Κατόπιν εξέτασης της προσφυγής, ο Υπουργός δύναται να-

(α) επικυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·

(β) ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση· ή

(γ)τροποποιήσει την προσβαλλόμενη απόφαση:

Νοείται ότι, σε περίπτωση ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Υπουργός δύναται να προβεί στην έκδοση νέας απόφασης σε αντικατάσταση της προσβαλλόμενης.

(5) Πρόσωπο το οποίο δεν ικανοποιείται από την απόφαση που εκδίδεται από τον Υπουργό δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4), δύναται να προσφύγει εντός εβδομήντα πέντε (75) ημερών στο Διοικητικό Δικαστήριο.