ΜΕΡΟΣ VI ΔΙΑΦΟΡΑ
Όροι θεσμίας ενοικιάσεως

27.-(1) Ενοικιαστής όστις, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, διατηρεί κατοχήν οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήματος, εν όσω διατηρεί την τοιαύτην κατοχήν, τηρεί πάντας τους όρους και προϋποθέσεις του τελευταίου ενοικιαστηρίου συμβολαίου, έστω και αν έχει λήξει η ισχύς του και δικαιούται εις τα εξ αυτών απορρέοντα οφέλη, εφ’ όσον ούτοι είναι σύμφωνοι προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, δικαιούται να παραιτηθή της κατοχής της κατοικίας ή του καταστήματος μόνον κατόπιν επιδόσεως τοιαύτης ειδοποιήσεως οία θα απητείτο δυνάμει του ενοικιαστηρίου συμβολαίου και σε περίπτωση που δεν απαιτείται τέτοια ειδοποίηση, μόνο κατόπιν γραπτής προειδοποίησης, έναν τουλάχιστο μήνα προηγουμένως:

Νοείται ότι εις την περίπτωσιν καθ’ ην υπενοικιαστής καθίσταται θέσμιος ενοικιαστής ο τοιούτος θέσμιος ενοικιαστής κατέχει την κατοικίαν ή το κατάστημα τηρουμένων επιπροσθέτως οιωνδήποτε υφισταμένων περιοριστικών συμφωνιών περιεχομένων εις τους μεταξύ του ιδιοκτήτου και του ενοικιαστού όρους και προϋποθέσεις ενοικιάσεως.

(2) Αν δεν υπάρχει ενοικιαστήριο συμβόλαιο ή αν το συμβόλαιο δεν αναφέρει το αντίθετο, ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να επιδιορθώσει ελαττώματα που δεν είναι εμφανή (latent defects), το υδατοστεγές της οροφής, την ηλεκτρική, υδραυλική και αποχετευτική εγκατάσταση και από τις φυσικές φθορές όσες δημιουργούν κίνδυνον για τη ζωή του ενοίκου ή περιοίκου.

(3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων των προηγούμενων εδαφίων του παρόντος άρθρου, ο ενοικιαστής υποχρεούται να προστατεύει το ακίνητο από ζημιές που μπορούν να προκληθούν από τον ίδιο, από τους ενοίκους, από αντιπροσώπους ή προσκεκλημένους του και υποχρεούται να τις επιδιορθώνει χωρίς καθυστέρηση.

Ο ενοικιαστής υποχρεούται να επιτρέπει στον ιδιοκτήτη να επιθεωρεί το ενοικιαζόμενο ακίνητο σε λογικά χρονικά διαστήματα και ύστερα από προειδοποίηση.

(4) Για την εφαρμογή των προηγούμενων εδαφίων του παρόντος άρθρου ο ενοικιαστής ακινήτου μπορεί να ειδοποιήσει τον ιδιοκτήτη για τις αναγκαίες επιδιορθώσεις ή για την αναγκαία συντήρηση και ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να προβεί σ’ αυτές χωρίς καθυστέρηση.

Το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν και σε περίπτωση παράλειψης εκπλήρωσης της υποχρέωσης του ενοικιαστή βάσει του προηγούμενου εδαφίου.

Παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων για επιδιόρθωση ή συντήρηση δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα.

(5) Αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία, ο ενοικιαστής υποχρεούται να πληρώνει το ποσό των κοινοχρήστων που αναλογεί στο ακίνητο περιλαμβανομένων μικροεξόδων συντήρησης κοινόχρηστων χώρων και κοινόχρηστων εγκαταστάσεων και εξαιρουμένων σοβαρών εξόδων συντήρησης, τροποποίησης ή αντικατάστασης τους.

(6) Ο ενοικιαστής ακινήτου υποχρεούται να δέχεται τη διενέργεια από τον ιδιοκτήτη λογικών επιδιορθώσεων, ανακαινίσεων και μετατροπών για τη συντήρηση ή τη βελτίωση του ακινήτου.

Ισχύς διατάγματος κατοχής δι’ υπενοικιαστάς

28.-(1) Εις περίπτωσιν καθ’ ην οιαδήποτε απόφασις ή διάταγμα διά την ανάκτησιν κατοχής ελήφθη καθ’ οιουδήποτε ενοικιαστού κατοικίας ή καταστήματος, η τοιαύτη απόφασις ή το τοιούτο διάταγμα δεν εφαρμόζεται καθ’ οιουδήποτε υπενοικιαστού τοιούτου ενοικιαστού εκτός εάν το Δικαστήριον πεισθή ότι τοιούτος ενοικιαστής παρημποδίζετο υπό των όρων της ενοικιάσεως του να προβή εις υπενοικίασιν ή ότι ο τοιούτος υπενοικιαστής εχρησιμοποίησε την κατοικίαν ή το κατάστημα διά παρανόμους ή ανηθίκους σκοπούς. Εκάστη απόφασις ή διάταγμα διά κατοχήν εκδιδόμενον καθ’ οιουδήποτε ενοικιαστού θα αναφέρη κατά πόσον θα εφαρμοσθή ή μη εναντίον οιουδήποτε υπενοικιαστού.

(2) Πας υπενοικιαστής εναντίον του οποίου δεν εφαρμόζεται η τοιαύτη απόφασις ή το τοιούτο διάταγμα, εάν παραμείνη κάτοχος κατόπιν της εις αυτόν επιδόσεως ειδοποιήσεως περί αποφάσεως ή του διατάγματος, παύει να είναι υπενοικιαστής του ενοικιαστού και καθίσταται θέσμιος ενοικιαστής του ιδιοκτήτου εν σχέσει προς την κατοικίαν ή το κατάστημα το περιλαμβανόμενον εις την υπενοικίασιν του.

Επίδοσις ειδοποιήσεως

29.-(1) Τηρουμένων των σχετικών διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας διαδικαστικού κανονισμού και οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού εκδιδομένου δυνάμει του παρόντος Νόμου, οιαδήποτε ειδοποίησις, αίτησις, απαίτησις ή άλλο έγγραφον δυνάμει του παρόντος Νόμου υποβάλλεται εγγράφως και δύναται να επιδίδηται εις το πρόσωπον εις το οποίον πρόκειται να επιδοθή είτε προσωπικώς, είτε διά της παραδόσεως τούτου δι’ αυτό εις το τελευταίον γνωστόν μέρος διαμονής ή εργασίας του εν Κύπρω ή διά της αποστολής τούτου διά του ταχυδρομείου δι’ ησφαλισμένης επιστολής απευθυνομένης εις αυτό εις την τελευταίαν γνωστήν ταχυδρομικήν του διεύθυνσιν εν Κύπρω, το δε πρόσωπον εις το οποίον πρόκειται να επιδοθή περιλαμβάνει οιονδήποτε αντιπρόσωπον τοιούτου προσώπου δεόντως εξουσιοδοτημένον προς τούτο.

(2) Εκτός εάν ή μέχρις ότου ενοικιαστής οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήματος λάβη έγγραφον ειδοποίησιν ότι το πρόσωπον το δικαιούμενον εις τα ενοίκια της εν λόγω κατοικίας ή του καταστήματος (εν τοις εφεξής αναφερόμενος ως ο “αρχικός ιδιοκτήτης”) έπαυσε να έχη τοιούτο δικαίωμα ως επίσης και ειδοποίησιν περί του ονόματος και της διευθύνσεως του προσώπου το οποίον απέκτησε δικαίωμα, επί των τοιούτων ενοικίων, οιαδήποτε αξίωσις, ειδοποίησις, αίτησις, απαίτησις ή άλλο έγγραφον δυνάμει του παρόντος Νόμου το οποίον ο ενοικιαστής επιδίδει εις τον αρχικόν ιδιοκτήτην θεωρείται ότι επεδόθη εις τον ιδιοκτήτην των τοιούτων υποστατικών.

(3) Το Δικαστήριο μπορεί, αν κρίνει ότι είναι αδύνατη η προσωπική επίδοση απόφασης ή διατάγματος, όπως προνοείται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς να διατάξει την επίδοση της απόφασης ή του διατάγματος με άλλο τρόπο.

Απόδειξις

30.-(1) Αντίγραφον καταχωρίσεως εις οιονδήποτε μητρώον τηρούμενον δυνάμει του άρθρου 9 του παρόντος Νόμου, δεόντως πιστοποιημένον, δύναται να ληφθή ως απόδειξις της τοιαύτης καταχωρίσεως εις παν Δικαστήριον και εις πάσαν διαδικασίαν.

(2) Οιονδήποτε πρόσωπον απαιτούν τοιούτο πιστοποιημένον αντίγραφον ως προείρηται δικαιούται να λάβη τούτο κατόπιν πληρωμής του νενομισμένου δικαιώματος.

Διαδικαστικός Κανονισμός

31.-(1) Το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδίδη διαδικαστικόν κανονισμόν και να δίδη τοιαύτας οδηγίας, οίας ήθελε θεωρήσει καταλλήλους προς τον σκοπόν εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(2) Άνευ επηρεασμού της γενικότητος της προειρημένης εξουσίας, ο τοιούτος διαδικαστικός κανονισμός δύναται να καθορίζη-

(α) την σύνθεσιν της γραμματείας του Δικαστηρίου ως και τας εξουσίας και καθήκοντα των υπαλλήλων αυτού

(β) την πρακτικήν και διαδικασίαν του Δικαστηρίου

(γ) τον τύπον των δικογράφων και των δικαστικών τελών και δαπανών της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας

(δ) τας προθεσμίας, εντός των οποίων αξιούται συμμόρφωσις προς τας διατάξεις των διαδικαστικών κανονισμών

(ε) διά την κλήτευσιν προσώπων όπως προσέλθωσι και δώσωσι μαρτυρίαν και παρουσιάσωσιν έγγραφα, δι’ εξουσιοδότησιν λήψεως όρκου παρά μαρτύρων και δι’ επιβολήν ποινών διά παράλειψιν τινος να προσέλθη αφού ούτος εκλητεύθη δεόντως, καθώς και διά περιφρόνησιν του Δικαστηρίου

(στ) εις πάσαν δικαστικήν υπόθεσιν δυνάμει των άρθρων 8 και 11 τα δικαιώματα του Δικαστηρίου ως και εκείνα των δικηγόρων επί τη βάσει του μηνιαίου ενοικίου του πληρωνομένου εν σχέσει προς την κατοικίαν ή κατάστημα κατά τον χρόνον της καταχώρησης της αίτησης

(ζ) εν γένει παν ό,τι απαιτείται όπως καθορισθή διά του παρόντος Νόμου.

(3) Μέχρις ου θεσπισθή ο τοιούτος διαδικαστικός κανονισμός δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, οιοσδήποτε διαδικαστικός κανονισμός θεσπισθείς δυνάμει των διατάξεων των περί Ενοικιοστασίων Νόμων του 1975 έως 1980, θα θεωρήται ότι εθεσπίσθη δυνάμει των προνοιών του παρόντος άρθρου και θα ισχύη με τας συνεπαγομένας τροποποιήσεις, δι’ όλα τα ζητήματα άτινα προβλέπονται υπό του παρόντος Νόμου ως εάν ούτος εθεσπίσθη δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Εκκρεμούσαι δικαστικαί υποθέσεις και εφέσεις

32.-(1) Άπασαι αι εκκρεμούσαι κατά την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου δικαστικαί υποθέσεις μεταφέρονται και καταχωρούνται παρά τη Γραμματεία του δυνάμει του παρόντος Νόμου εγκαθιδρυομένου Δικαστηρίου, το δε Δικαστήριον επιλαμβάνεται τούτων και εκδίδει τοιούτο διάταγμα ή απόφασιν συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου.

(2) Οιαιδήποτε εφέσεις εκκρεμούσαι κατά την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου θα συνεχισθούν και θα εκδικασθούν υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου λαμβανομένων υπ’ όψιν των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

(3) Αναφορικώς προς τα έξοδα οιασδήποτε ως ανωτέρω υποθέσεως ή εφέσεως το αρμόδιον Δικαστήριον κέκτηται εξουσίαν να εκδίδη τοιούτο διάταγμα οίον ήθελεν υπό τας περιστάσεις θεωρήσει πρέπον.

Κανονισμοί

33.-(1) Το Υπουργικόν Συμβούλιον εκδίδει Κανονισμούς διά την καλυτέραν και αποτελεσματικωτέραν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου και διά τον καθορισμόν παντός θέματος το οποίον δυνάμει των διατάξεων τούτου δύναται ή δέον να καθορισθή.

(2) Κανονισμοί εκδιδόμενοι επί τη βάσει του παρόντος άρθρου κατατίθενται εις την Βουλήν των Αντιπροσώπων. Εάν εντός τριάκοντα ημερών από της τοιαύτης καταθέσεως η Βουλή των Αντιπροσώπων δι’ αποφάσεως αυτής δεν τροποποιήση ή ακυρώση τους ούτω κατατεθέντας Κανονισμούς εν όλω ή εν μέρει, τότε ούτοι αμέσως μετά την πάροδον της ως άνω προθεσμίας δημοσιεύονται εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας και τίθενται εν ισχύι από της τοιαύτης δημοσιεύσεως. Εν περιπτώσει τροποποιήσεως τούτων εν όλω ή εν μέρει υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων, ούτοι δημοσιεύονται εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας ως ήθελον ούτω τροποποιηθή υπ’ αυτής και τίθενται εν ισχύι από της τοιαύτης δημοσιεύσεως.

Δικαιοδοσία Δικαστηρίων Ελέγχου Ενοικιάσεων

34. Τα Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων έχουν δικαιοδοσία να εξαναγκάζουν σε υπακοή σε κάθε απόφαση ή διάταγμα που εκδόθηκε από οποιοδήποτε δικαστήριο δυνάμει των σχετικών καταργηθέντων νόμων, μέχρι το 1975 και μετέπειτα, καθώς και για την εκτέλεση των αποφάσεων και των διαταγμάτων αυτών για την ανάκτηση της κατοχής ακινήτου ή την έξωση από αυτό, ύστερα από αίτηση είτε του προσώπου προς όφελος του οποίου εκδόθηκαν είτε του κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη του ακινήτου.

Μεταβατικαί διατάξεις

35. Μέχρι της εγκαθιδρύσεως του δυνάμει του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου προνοουμένου Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων αλλ’ εν ουδεμιά περιπτώσει διά περίοδον μεγαλυτέραν των τριών μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, ουδέν Δικαστήριον δύναται να εκδώση διάταγμα εξώσεως ή απόφασιν διά τον καθορισμόν ενοικίου.

Καταργήσεις

36. Αι διατάξεις των περί Ενοικιοστασίου Νόμων του 1975 έως 1980 και του περί Ενοικιάσεως Ακινήτων διά Κατοικίαν Προσφύγων (Προσωριναί Διατάξεις) Νόμου του 1978 καταργούνται, πλην των διατάξεων αίτινες αφορούν εις την επιδότησιν των ενοικίων προσφύγων ενοικιαστών αι οποίαι θα εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λειτουργήσουν αι σχετικαί προς την επιδότησιν των ενοικίων διατάξεις του παρόντος Νόμου.