ΜΕΡΟΣ V ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
Αρμοδιότητες της Επιτροπής

23.-(1) Η Επιτροπή συνιστά την Αρχή Ανταγωνισμού της Δημοκρατίας για την εφαρμογή των Άρθρων 101 ΣΛΕΕ και/ή 102 ΣΛΕΕ, κατά τα οριζόμενα στο Άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, η Επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

(α) να διερευνά και να αποφασίζει αναφορικά με παραβάσεις των άρθρων 3 ή/και 6, είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν καταγγελίας·

(β) να αποφασίζει εάν οι κατά το εδάφιο (1) του άρθρου 3 παράνομες συμπράξεις, πληρούν τις προϋποθέσεις του εδάφιου (1) του άρθρου 4·

(γ) να αποφασίζει εάν σύμπραξη, αναφορικά με την οποία γίνεται επίκληση Διατάγματος το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 5, εμπίπτει σε κατηγορία συμπράξεων για την οποία το εν λόγω Διάταγμα κυρήσσει ανεφάρμοστο το άρθρο 3·

(δ) να αποφασίζει εάν σύμπραξη, αναφορικά με την οποία γίνεται επίκληση Ευρωπαϊκού Κανονισμού δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 5, εμπίπτει στην κατηγορία συμπράξεων την οποία ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός ρυθμίζει στα πλαίσια του ενωσιακού δικαίου του ανταγωνισμού·

(ε) να αποφασίζει εάν συμφωνία ή επιχείρηση δεν πληρεί τις προϋποθέσεις του εδαφίου (1) του άρθρου 7·

(στ) να διερευνά και να αποφασίζει αναφορικά με παραβάσεις των Άρθρων 101 ΣΛΕΕ και/ή 102 ΣΛΕΕ, είτε κατόπιν καταγγελίας είτε αυτεπάγγελτα ή όπως άλλως ορίζει ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003·

(ζ) να αποφασίζει εάν οι συμπράξεις που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 1 του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ δύνανται να επιτραπούν και να κριθούν έγκυρες, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ ή δυνάμει ενωσιακής δευτερογενούς νομοθεσίας για την εφαρμογή της παραγράφου 3 του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ σε κατηγορία συμπράξεων·

(η) να επιβάλλει διοικητικά πρόστιμα και διοικητικές κυρώσεις, όπως ορίζεται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου και/ή στους δυνάμει αυτού εκδοθέντες κανονισμούς·

(θ) να αποφασίζει για τη λήψη προσωρινών μέτρων στις περιπτώσεις που προβλέπονται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 28·

(ι) εφαρμόζοντας το ΄Αρθρο 29 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, να ανακαλεί το ευεργέτημα της εφαρμογής Κανονισμού απαλλαγής το οποίο εκδίδει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά συγκεκριμένη σύμπραξη, όταν η γεωγραφική αγορά είναι η Κυπριακή αγορά·

(ια) να εκδίδει ανακοινώσεις για ενημέρωση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου σχετικά με θέματα της αρμοδιότητάς της·

(ιβ) να παρέχει γνώμη σε θέματα της αρμοδιότητάς της προς φορέα του Δημοσίου:

Νοείται ότι η παρεχόμενη γνώμη δε δεσμεύει την Επιτροπή ως προς το περιεχόμενο μεταγενέστερης απόφασής της ούτε επηρεάζει την εγκυρότητα τέτοιας απόφασης·

(ιγ) να λαμβάνει απόφαση για ανάληψη δεσμεύσεων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 25∙

(ιδ) να προβαίνει στη λήψη δηλώσεων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 30Α του παρόντος Νόμου∙

(ιε) να διεξάγει έρευνα σε συγκεκριμένο κλάδο της οικονομίας ή σε συγκεκριμένους τύπους συμφωνιών κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 32Α του παρόντος Νόμου∙

(ιστ) να καθορίζει, με απόφασή της,  τα κριτήρια εξέτασης υποθέσεων κατά προτεραιότητα, για παραβάσεις των άρθρων 3 και/ή 6 και/ή των Άρθρων 101 ΣΛΕΕ και/ή 102 ΣΛΕΕ κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 23Α του παρόντος Νόμου και να εξετάζει υποθέσεις κατά προτεραιότητα στη βάση των εν λόγω κριτηρίων˙

(ιζ) οποιαδήποτε άλλη αρμοδιότητα της χορηγεί ο παρών Νόμος ή οι κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει αυτού.

(3) Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, αλλά με την επιφύλαξη του ενωσιακού δικαίου ή νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, που αποσκοπεί στην εναρμόνιση με το ενωσιακό δίκαιο, η Επιτροπή δύναται -

(α) να εξασφαλίζει απ’ ευθείας υπηρεσίες σε θέματα σχετιζόμενα με την άσκηση των δυνάμει του παρόντος Νόμου αρμοδιοτήτων και εξουσιών της και εκτέλεση των καθηκόντων της ή με την προς τούτο εκπαίδευση του προσωπικού της Υπηρεσίας, και

(β) να συνάπτει για τους πιο πάνω σκοπούς συμβάσεις παροχής υπηρεσιών βάσει διαδικασίας που καθορίζει η ίδια.

Καθορισμός κριτηρίων για εξέταση καταγγελιών κατά προτεραιότητα

23Α.-(1) Η Επιτροπή με απόφασή της, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, γνωστοποιεί τα κριτήρια, τα οποία λαμβάνει υπόψη για κατά προτεραιότητα εξέταση των υποθέσεων που αφορούν παραβάσεις των άρθρων 3 και/ή 6 του Νόμου και/ή των Άρθρων 101 της ΣΛΕΕ και/ή 102 της ΣΛΕΕ.

(2) Η κατά το εδάφιο (1) απόφαση της Επιτροπής εκδίδεται κατόπιν διεξαγωγής δημόσιας διαβούλευσης, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως το δημόσιο συμφέρον, τις πιθανές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό και/ή στους καταναλωτές και τις προθεσμίες παραγραφής ως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 41.

(3) Η Επιτροπή δύναται να τροποποιεί την κατά το εδάφιο (1) απόφασή της, όποτε κρίνει αναγκαίο και σε κάθε περίπτωση εντός τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της απόφασης.

Συνεργασία με άλλες αρχές

23Β.-(1) Η Επιτροπή δύναται να συνεργάζεται με τις ρυθμιστικές ή άλλες αρχές που ασκούν έλεγχο σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας της Δημοκρατίας και παρέχει τη συνδρομή της, εφόσον της ζητηθεί, σε αυτές.

(2) Η Επιτροπή δύναται να ζητεί τη συνδρομή των ως άνω ρυθμιστικών ή άλλων αρχών, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του άρθρου 23 του παρόντος Νόμου.

(3) Η Επιτροπή δύναται να συνάπτει πρωτόκολλα συνεργασίας με άλλες εθνικές Αρχές Ανταγωνισμού.

Εξουσίες της Επιτροπής επί διαπίστωσης παραβάσεων των άρθρων 3 και/ή 6

24. Για κάθε παράβαση των άρθρων 3 και/ή 6 και/ή των Άρθρων 101 ΣΛΕΕ και/ή 102 ΣΛΕΕ, την οποία διαπράττουν επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων, η Επιτροπή δύναται, με απόφασή της, να λαμβάνει τα ακόλουθα μέτρα:

(α) να επιβάλλει διοικητικά πρόστιμα ανερχόμενα, ανάλογα με τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης -

(i) μέχρι το δέκα τοις εκατόν του κύκλου εργασιών της επιχείρησης, ή

(ii) μέχρι το άθροισμα του δέκα τοις εκατόν του κύκλου εργασιών κάθε επιχείρησης που είναι μέλος της παραβαίνουσας ένωσης επιχειρήσεων,

ο οποίος κύκλος εργασιών πραγματοποιήθηκε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος:

Νοείται ότι η Επιτροπή δύναται να απαλλάξει και/ή να μειώσει το ύψος του διοικητικού προστίμου που θα επιβάλλετο σε μια επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων, σύμφωνα με κριτήρια και προϋποθέσεις που καθορίζονται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 46, εάν η εν λόγω επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων συνεργαστεί και/ή παρέχει τέτοια συνδρομή ή αποδεικτικό υλικό που υποβοηθά την Επιτροπή στην απόδειξη της παράβασης·

(β) να υποχρεώνει τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων όπως εντός ταχθείσας προθεσμίας τερματίσουν τη διαπιστωθείσα παράβαση και αποφύγουν επανάληψη στο μέλλον· σε περίπτωση που η παράβαση τερματισθεί πριν από την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής, η Επιτροπή δύναται να καταδικάσει με αναγνωριστική απόφασή της την παράβαση·

(γ) να επιβάλλει όρους και μέτρα συμπεριφοράς και/ή διαρθρωτικού χαρακτήρα, ανάλογα με τη διαπραχθείσα παράβαση, τα οποία είναι αναγκαία για την παύση της εν λόγω παράβασης·

(δ) σε περίπτωση κατά την οποία οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων δεν συμμορφώνονται με την εκδοθείσα δυνάμει των παραγράφων (β) και (γ) απόφαση της Επιτροπής, η Επιτροπή δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι πέντε τοις εκατόν (5%) επί του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης·

(ε) [Διαγράφηκε]·

(στ) [Διαγράφηκε].

Ανάληψη δεσμεύσεων

25.-(1) Σε περίπτωση που η Επιτροπή σκοπεύει να εκδώσει απόφαση, με την οποία να απαιτεί τον τερματισμό μιας παράβασης των διατάξεων των άρθρων 3 και/ή 6 του Νόμου και/ή των Άρθρων 101 ΣΛΕΕ και/ή 102 ΣΛΕΕ και οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων προσφέρονται να αναλάβουν δεσμεύσεις για να ανταποκριθούν στις αντιρρήσεις της Επιτροπής κατά την προκαταρκτική της εκτίμηση, η Επιτροπή δύναται με απόφασή της να καθιστά τις δεσμεύσεις αυτές υποχρεωτικές για τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων. Η απόφαση της Επιτροπής δύναται να εκδοθεί για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και πρέπει να συμπεραίνει ότι δεν συντρέχουν πλέον λόγοι να αναλάβει περαιτέρω δράση.

(2) Σε περίπτωση κατά την οποία οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων δεν εκπληρώνουν αναληφθείσες από αυτές δεσμεύσεις, οι οποίες έχουν καταστεί υποχρεωτικές σύμφωνα με εκδοθείσα δυνάμει του εδαφίου (1) απόφαση, η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι δέκα επί τοις εκατόν (10%) του κύκλου εργασιών, ο οποίος πραγματοποιήθηκε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.

Χαρακτήρας της διαδικασίας

26. Η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της, όπως καθορίζονται στα άρθρα 23 έως 25, έχει ανακριτικό και/ ή διερευνητικό χαρακτήρα και η Επιτροπή δύναται να υποβάλλει ερωτήματα, να ζητά διευκρινίσεις και επεξηγήσεις από τα εμπλεκόμενα μέρη, να διατάσσει την προσαγωγή αποδεικτικών στοιχείων, να καλεί μάρτυρες και να ορίζει επίδικα θέματα, με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

Ανάκληση ή τροποποίηση απόφασης της Επιτροπής

27. Η Επιτροπή δύναται, κατόπιν αιτήματος ή αυτεπαγγέλτως, να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει απόφασή της εκδοθείσα δυνάμει των άρθρων 24, 25 ή 28 -

(α) εάν μεταβλήθηκε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η απόφασή της·

(β) εάν δεν τηρήθηκαν οι όροι που επιβλήθηκαν από την Επιτροπή στην εκδοθείσα απόφαση·

(γ) εάν η απόφαση οφείλεται σε παραπλάνηση της Επιτροπής, με την παροχή ανακριβών, ψευδών, ελλιπών, ή παραπλανητικών πληροφοριών ή την απόκρυψη των αληθών·

(δ) εάν οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων παραλείψουν και/ ή αρνηθούν να συμμορφωθούν με τα μέτρα που επιβλήθηκαν από την Επιτροπή στην εκδοθείσα απόφαση.

Προσωρινά μέτρα

28.-(1) Η Επιτροπή δύναται να διατάσσει τη λήψη προσωρινών μέτρων και να θέτει τους κατά την κρίση της αναγκαίους κατά περίπτωση όρους. Τα μέτρα αυτά, επιτακτικά ή απαγορευτικά, οφείλουν να είναι προσωρινής και συντηρητικής φύσης και να μην υπερβαίνουν σε έκταση τα υπό τις περιστάσεις απολύτως αναγκαία.

(2) Η Επιτροπή ενεργεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατ’ αίτηση των ενδιαφερομένων, η οποία αίτηση δύναται να υποβληθεί μονομερώς ή διά κλήσεως όλων των εμπλεκομένων επιχειρήσεων ή ενώσεων επιχειρήσεων, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) στοιχειοθετείται ευλόγως ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση παράβασης του άρθρου 3 και/ή 6 του παρόντος Νόμου και/ή των Άρθρων 101 ΣΛΕΕ και/ή 102 ΣΛΕΕ,

(β) συντρέχει επείγουσα περίπτωση, λόγω σοβαρού κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης στον ανταγωνισμό.

(γ) [Διαγράφηκε].

(3) Αίτηση για λήψη προσωρινών μέτρων δύναται να υποβληθεί μονομερώς από ενδιαφερόμενο μέρος. Η αίτηση γίνεται δεκτή μόνο εφόσον συνοδεύεται από καταγγελία ενεργηθείσα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 35 ή έπεται της καταγγελίας ή εφόσον υποβάλλεται κατά τη διάρκεια της ενώπιον της Επιτροπής διαδικασίας για παράβαση του άρθρου 3 και/ή 6 του παρόντος Νόμου και/ ή των Άρθρων 101 ΣΛΕΕ και/ή 102 ΣΛΕΕ. Η αίτηση γίνεται δεκτή εφόσον καθορίζονται σε αυτή τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα και ο αιτητής καταβάλει, κατόπιν απαίτησης της Επιτροπής, εγγύηση για ζημιές που τυχόν θα προκληθούν στην επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων κατά της οποίας διατάσσονται τα προσωρινά μέτρα, σε περίπτωση που δε διαπιστωθεί οποιαδήποτε παράβαση.

(4) Η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων διοικητικό πρόστιμο μέχρι πέντε επί τοις εκατόν (5%) του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος για κάθε ημέρα παράλειψης αυτής να συμμορφωθεί πλήρως με την απόφαση της Επιτροπής για λήψη προσωρινών μέτρων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό.

(5) Σε περίπτωση κατά την οποία οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ή ενώσεις επιχειρήσεων ενεργούν κατά τρόπο που αντιβαίνει σε εκδοθείσα δυνάμει του εδαφίου (1) απόφαση, η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο μέχρι πέντε επί τοις εκατόν (5) του κύκλου εργασιών, ο οποίος πραγματοποιήθηκε κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.

Συμβουλευτική Επιτροπή Συμπράξεων και Δεσποζουσών Θέσεων

29. Η Επιτροπή συμμετέχει στις συνεδριάσεις της Συμβουλευτικής Επιτροπής Συμπράξεων και Δεσποζουσών Θέσεων, κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003, με μέλος της Επιτροπής ή του προσωπικού της Υπηρεσίας, το οποίο ορίζεται από την Επιτροπή.