Προοίμιο

(α) Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο -

«Οδηγία 2006/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006 για καθορισμό ελάχιστων προϋποθέσεων για την εφαρμογή των Κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 3820/85 και (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85 του Συμβουλίου σχετικά με την κοινωνική νομοθεσία όσον αφορά δραστηριότητες οδικών μεταφορών και για την κατάργηση της Οδηγίας 88/599/ΕΟΚ του Συμβουλίου»,

(β) για σκοπούς εφαρμογής των πράξεων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο --

(i) «Κανονισμός (EK) αριθ. 561/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006 για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85 και (ΕΚ) αριθ. 2135/98 του Συμβουλίου καθώς και για την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3820/85 του Συμβουλίου»,

(ii) «Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85 του Συμβουλίου της 20ης Δεκεμβρίου 1985 σχετικά με τη συσκευή ελέγχου στον τομέα των οδικών μεταφορών, μόνο σε σχέση με τα άρθρα 3, 13, 14(1) και (2), 15 εκτός της παραγράφου 6 αυτού και 16, εκτός της τελευταίας υποπαραγράφου της παραγράφου 3 αυτού, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί τελευταία με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 561/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006 για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85 και αριθ. 2135/98 του Συμβουλίου καθώς και την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3820/85 του Συμβουλίου», και

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 165/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 για τους ταχογράφους στον τομέα των οδικών μεταφορών, ο οποίος καταργεί τον Κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85 του Συμβουλίου σχετικά με τη συσκευή ελέγχου στον τομέα των οδικών μεταφορών και τροποποιεί τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 561/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών»,

(γ) για σκοπούς ρύθμισης των ωρών οδήγησης και ανάπαυσης, καθώς και ελέγχου των οδηγών ορισμένων οχημάτων,

Για σκοπούς εναρμόνισης με το Άρθρο 2 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τίτλο:

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2016/403 της Επιτροπής της 18ης Μαρτίου 2016 για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1071/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όσον αφορά την κατάταξη των σοβαρών παραβάσεων των κανόνων  της Ένωσης, οι οποίες ενδέχεται να οδηγούν στην απώλεια της υπόληψης του οδικού μεταφορέα και για τροποποίηση του Παραρτήματος III της Οδηγίας 2006/22/ΕΚ του  Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου»,

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:

Συνοπτικός τίτλος

1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Ελέγχου των Ωρών Οδήγησης και Ανάπαυσης των Οδηγών Ορισμένων Οχημάτων Νόμος του 2007.

Ερμηνεία

2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια –

«αναλογικός ταχογράφος» [Διαγράφηκε]·

«αρμόδια αρχή» σημαίνει τον Υπουργό και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που εξουσιοδοτείται ειδικά ή γενικά από τον ίδιο·

«διαχειριστής μεταφορών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1071/2009·

«Επιθεωρητής» σημαίνει Επιθεωρητή που εξουσιοδοτείται δυνάμει του άρθρου 13·

«Επιτροπή» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή·

«Έφορος Μηχανοκίνητων Οχημάτων» σημαίνει το δυνάμει του άρθρου 3 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, οριζόμενο Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων και περιλαμβάνει οποιοδήποτε Αναπληρωτή ΄Εφορο ή άλλο λειτουργό δεόντως εξουσιοδοτημένο από αυτόν·

«Κανονισμός 165/2014» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 165/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 για τους ταχογράφους στον τομέα των οδικών μεταφορών, ο οποίος καταργεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85 του Συμβουλίου σχετικά με τη συσκευή ελέγχου στον τομέα των οδικών μεταφορών και τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 561/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Κανονισμός 561/2006» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 561/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006 για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85 και (ΕΚ) αριθ. 2135/98 του Συμβουλίου καθώς και για την κατάργηση του Κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3820/85 του Συμβουλίου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1071/2009» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) 1071/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Οκτωβρίου 2009 σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων όσον αφορά τους όρους που πρέπει να πληρούνται για την άσκηση του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα και για την κατάργηση της οδηγίας 96/26/ΕΚ του Συμβουλίου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1072/2009» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1072/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009 για τους κοινούς κανόνες πρόσβασης στην αγορά διεθνών οδικών εμπορευματικών μεταφορών, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/2009» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1073/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Οκτωβρίου 2009, για τη θέσπιση κοινών κανόνων πρόσβασης στη διεθνή αγορά μεταφορών με πούλμαν και λεωφορεία και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 561/2006, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2012» σημαίνει στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2012 σχετικά με τη διοικητική συνεργασία μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την Εσωτερική Αγορά και την κατάργηση της απόφασης 2008/49/ΕΚ, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2020/1054» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2020/1054 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2020, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 561/2006, όσον αφορά ελάχιστες απαιτήσεις ως προς τα ανώτατα όρια για τον ημερήσιο και εβδομαδιαίο χρόνο οδήγησης, κατώτατα όρια για τα διαλείμματα και περιόδους ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης, καθώς και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 165/2014, όσον αφορά τον εντοπισμό μέσω ταχογράφων», όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται ·

«Κανονισμός 3821/85» [Διαγράφηκε]·

«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφηκε στο Οπόρτο την 2α Μαΐου 1992 και προσαρμόσθηκε από το Πρωτόκολλο, το οποίο υπογράφηκε στις Βρυξέλλες την 17η Μαΐου 1993 και όπως η Συμφωνία αυτή περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται·

«Οδηγία 2006/22/ΕΚ» σημαίνει την Οδηγία 2006/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006 για καθορισμό ελάχιστων προϋποθέσεων για την εφαρμογή των Κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 3820/85 και (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85 του Συμβουλίου σχετικά με την κοινωνική νομοθεσία όσον αφορά δραστηριότητες οδικών μεταφορών και για την κατάργηση της Οδηγίας 88/599/ΕΟΚ του Συμβουλίου, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται˙

«Οδηγία 2020/1057/ΕΕ» σημαίνει την Οδηγία (ΕΕ) 2020/1057 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2020 για τη θέσπιση ειδικών κανόνων σχετικά με την οδηγία 96/71/ΕΚ και την οδηγία 2014/67/ΕΕ για την απόσπαση οδηγών στον τομέα των οδικών μεταφορών και για την τροποποίηση της οδηγίας 2006/22/ΕΚ, όσον αφορά τις απαιτήσεις επιβολής και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·

«πρόγραμμα υπηρεσίας» σημαίνει το πρόγραμμα που καθορίζεται στο άρθρο 16 του Κανονισμού 561/2006·

«συσκευή ελέγχου» [Διαγράφηκε]·

«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων· και

«ψηφιακός ταχογράφος» [Διαγράφηκε].

(2) Οποιοιδήποτε όροι δεν ορίζονται ειδικά στον παρόντα Νόμο έχουν την έννοια που αποδίδουν σε αυτούς οι Κανονισμοί 561/2006 και 165/2014.

Παρεκκλίσεις

3. Τα άρθρα 5 (2) έως 9 του Κανονισμού 561/2006 και οι διατάξεις του Κανονισμού 165/2014 δεν εφαρμόζονται στα οχήματα που καθορίζονται στο άρθρο 13(1) του Κανονισμού 561/2006, εκτός των οχημάτων του άρθρου 13(1)(ζ), για τα οποία απαιτείται μόνο η εγκατάσταση συσκευής ελέγχου, για σκοπούς εκπαίδευσης των οδηγών στη χρήση της συσκευής ελέγχου, φύλλων καταγραφής και κάρτας ταχογράφου:

Νοείται ότι, κάθε εργοδότης και κάθε οδηγός οχήματος που αναφέρεται στο παρόν άρθρο, καθώς και στο άρθρο 3 του Κανονισμού 561/2006, μεριμνά ώστε να μεταφέρεται και επιδεικνύεται όποτε ζητηθεί από Επιθεωρητή ή αστυνομικό, σχετικό πιστοποιητικό, που εκδίδεται από τον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων και αποδεικνύει ότι το όχημα εξαιρείται από την τοποθέτηση και χρησιμοποίηση συσκευής ελέγχου.

Εφαρμογή διατάξεων για ορισμένα οχήματα

4.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3), κάθε εργοδότης και κάθε οδηγός επιβατικού οχήματος -

(α) για το οποίο έχει χορηγηθεί άδεια οδικής χρήσης για μεταφορά επιβατών ως υπεραστικό ταξί με κόμιστρο κατ’ επιβάτη, με βάση τον περί Ρυθμίσεως της Τροχαίας Μεταφοράς Νόμο, ή

(β) το οποίο χρησιμοποιείται σε τακτικές επιβατικές γραμμές των οποίων η διαδρομή της καθορισμένης υπηρεσίας του οχήματος αυτού δεν υπερβαίνει τα πενήντα (50) χιλιόμετρα,

εφαρμόζει τις διατάξεις των άρθρων 6, 7, 8, 10 και 12 του Κανονισμού 561/2006.

(2) Ο εργοδότης οχήματος που αναφέρεται στο εδάφιο (1) μεριμνά ώστε το όχημα να είναι εφοδιασμένο με συσκευή ελέγχου ή με πίνακα δρομολογίων και πρόγραμμα υπηρεσίας, σύμφωνα με τον ενδεδειγμένο τύπο που δύναται να καθοριστεί με διάταγμα του Υπουργού, το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, και περιλαμβάνει τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 16(2) και (3) του Κανονισμού 561/2006.

(3) Για τα οχήματα που αναφέρονται στο εδάφιο (1), τα οποία είναι εφοδιασμένα με συσκευή ελέγχου, τα φύλλα καταγραφής ή οι κάρτες ταχογράφου που χρησιμοποιούνται στην εν λόγω συσκευή είναι αυτά που καθορίζονται στον Κανονισμό 3821/85.

Οργάνωση ελέγχων

5. Η αρμόδια αρχή σε συνεργασία με την αστυνομία οργανώνει έλεγχους τόσο καθ’ οδόν όσο και στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων όλων των κατηγοριών μεταφορών κατά τέτοιο τρόπο ώστε –

(α) να καλύπτεται ετησίως, αντιπροσωπευτικό δείγμα μετακινούμενων εργαζομένων, οδηγών, επιχειρήσεων και οχημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 561/2006 και του Κανονισμού (ΕE) αριθ. 165/2014 και μετακινούμενων εργαζομένων και οδηγών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας των Εκτελούντων Κινητές Δραστηριότητες Οδικών Μεταφορών Νόμου:

Νοείται ότι, οι καθ’ οδόν έλεγχοι συμμόρφωσης με τις διατάξεις του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας των Εκτελούντων Κινητές Δραστηριότητες Οδικών Μεταφορών Νόμου, περιορίζονται σε ότι υπάρχει δυνατότητα να ελεγχθεί αποτελεσματικά με τον ταχογράφο και τις σχετικές συσκευές ελέγχου:

Νοείται περαιτέρω ότι, ολοκληρωμένος έλεγχος της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας των Εκτελούντων Κινητές Δραστηριότητες Οδικών Μεταφορών Νόμoυ, μπορεί να διενεργηθεί μόνο στις εγκαταστάσεις επιχειρήσεων.

(β) να ελέγχεται ετησίως, τουλάχιστον το τρία τοις εκατό (3%) των ημερών που εργάζονται οι οδηγοί οχημάτων, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 561/2006 και του Κανονισμού (ΕE) αριθ. 165/2014:

Νοείται ότι, τηρουμένης της υποχρέωσης του οδηγού να εξασφαλίζει την ορθή χρήση του ταχογράφου κατά τη διάρκεια του καθ’ οδόν ελέγχου, επιτρέπεται στον οδηγό να επικοινωνεί με την έδρα της επιχείρησης, τον διαχειριστή μεταφορών ή άλλο πρόσωπο ή οντότητα, ώστε να παράσχει, πριν την ολοκλήρωση του καθ’ οδόν ελέγχου, τυχόν αποδείξεις που λείπουν από το όχημα·

(γ) να ελέγχεται τουλάχιστον το δεκαπέντε τοις εκατόν (15%) του συνολικού αριθμού των εργάσιμων ημερών που ελέγχονται καθ' οδόν και τουλάχιστον το 30% στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων. Από την 1η Ιανουαρίου 2008, τουλάχιστον το τριάντα τοις εκατόν (30%) του συνολικού αριθμού των εργάσιμων ημερών που ελέγχονται, ελέγχεται καθ’ οδόν, και τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατόν (50%) ελέγχεται στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων.

(δ) να οργανώνονται έλεγχοι συμμόρφωσης με τις διατάξεις του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας των Εκτελούντων Κινητές Δραστηριότητες Οδικών Μεταφορών Νόμου, λαμβάνοντας υπόψη το σύστημα αποτίμησης επικινδυνότητας που προβλέπεται στους περί της Εφαρμογής Συστήματος Αποτίμησης της Επικινδυνότητας για τις Επιχειρήσεις Κανονισμούς:

Νοείται ότι, στους ελέγχους αυτούς, υποβάλλεται επιχείρηση, όταν ένας ή περισσότεροι από τους οδηγούς της παραβαίνουν διαρκώς ή σοβαρά τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 561/2006 ή τον Κανονισμό (ΕE) αριθ. 165/2014.

Καθ’ οδόν ελέγχοι

6.-(1) Οι καθ’ οδόν έλεγχοι όλων των κατηγοριών μεταφορών οργανώνονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε -

(α) να προβλέπονται αρκετά σημεία ελέγχου σε υφιστάμενες και σχεδιαζόμενες οδούς ή πλησίον αυτών και, εάν καθίσταται απαραίτητο, ως σημεία ελέγχου να χρησιμοποιούνται και άλλοι ασφαλείς χώροι σε αυτοκινητόδρομους, καθώς και σε χώρους στάθμευσης·

(β) να γίνονται –

(i) σε διαφορετικά σημεία και σε οποιαδήποτε ώρα,

(ii) να καλύπτουν ένα αρκετά εκτεταμένο μέρος του οδικού δικτύου,

(iii) χωρίς διάκριση της χώρας του αριθμού κυκλοφορίας του οχήματος, της χώρας διαμονής του οδηγού, της χώρας εγκατάστασης της επιχείρησης, της αφετηρίας και του προορισμού της μετακίνησης και του τύπου αναλογικού ή ψηφιακού ταχογράφου,

(iv) με δειγματοληπτικό εκ περιτροπής σύστημα, τηρώντας την κατάλληλη γεωγραφική ισορροπία.

(2) Τα στοιχεία που πρέπει να ελέγχονται κατ’ ελάχιστο στους καθ’ οδόν ελέγχους, καθορίζονται στο Μέρος Α του Παραρτήματος Ι. Οι έλεγχοι είναι δυνατόν να επικεντρώνονται σε συγκεκριμένο στοιχείο, εφόσον το απαιτούν οι περιστάσεις.

(3) Εάν κατά τη διενέργεια οδικού ελέγχου σε άλλο κράτος μέλος οχήματος που είναι εγγεγραμμένο στη Δημοκρατία, διαπιστωθεί ότι σημειώθηκαν παραβάσεις που δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθούν κατά τον έλεγχο λόγω έλλειψης των απαραίτητων στοιχείων, η αρμόδια αρχή συνεργάζεται με την αρμόδια αρχή του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους με σκοπό να συνδράμει προκειμένου να διαλευκανθεί η υπόθεση.

΄Ελεγχοι στις εγκαταστάσεις επιχειρήσεων

7.-(1) Κατά τους ελέγχους που διενεργούνται στις επιχειρήσεις, τα στοιχεία που ελέγχονται κατ’ ελάχιστο, είναι τα στοιχεία που καθορίζονται στα Μέρη Α και Β του Παραρτήματος Ι.

(2) Οι έλεγχοι στις εγκαταστάσεις επιχειρήσεων προγραμματίζονται λαμβάνοντας υπόψη την προηγούμενη εμπειρία, όσον αφορά τις διάφορες κατηγορίες μεταφορών και επιχειρήσεων, καθώς και τις περιπτώσεις που έχουν εντοπιστεί καθ’ οδόν σοβαρές παραβάσεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 561/2006 ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 165/2014 ή του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας των Εκτελούντων Κινητές Δραστηριότητες Οδικών Μεταφορών Νόμου.

(3) Κατά τον έλεγχο, οι Επιθεωρητές λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που παρέχονται από τον οριζόμενο στο άρθρο 7(1) της Οδηγίας 2006/22/ΕΚ φορέα άλλου κράτους μέλους σχετικά με τις δραστηριότητες της υπό έλεγχο επιχείρησης σε αυτό το άλλο κράτος μέλος.

(4) Για τους σκοπούς των εδαφίων (1), (2) και (3) του παρόντος άρθρου καθώς και του εδαφίου (3) του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου, οι έλεγχοι που διενεργούνται στις εγκαταστάσεις της αρμόδιας αρχής, με βάση τα σχετικά έγγραφα ή στοιχεία που χορηγούν οι επιχειρήσεις μετά από αίτηση της εν λόγω αρχής, ισοδυναμούν με ελέγχους που διενεργούνται στις εγκαταστάσεις επιχειρήσεων.

Στατιστικά στοιχεία

8.-(1) Η αρμόδια αρχή εξασφαλίζει ότι τα στατιστικά στοιχεία που συλλέγονται κατά τους ελέγχους που οργανώνονται σύμφωνα με το άρθρο 5 κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες:

(α) ΄Οσον αφορά τους καθ’ οδόν ελέγχους-

(i) τύπος οδού, αν πρόκειται για αυτοκινητόδρομο, εθνική ή επαρχιακή οδό,

(ii) χώρα άδειας κυκλοφορίας του επιθεωρηθέντος οχήματος,

(iii) τύπος αναλογικού ή ψηφιακού ταχογράφου·

(β) όσον αφορά τους ελέγχους σε εγκαταστάσεις επιχειρήσεων-

(i) είδος μεταφορικής δραστηριότητας, κατά πόσον πρόκειται για διεθνή ή εσωτερική μεταφορά, μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων, μεταφορά για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτου,

(ii) μέγεθος στόλου της εταιρείας,

(iii) τύπος αναλογικού ή ψηφιακού ταχογράφου·

(2) Η αρμόδια αρχή υποβάλλει τα στατιστικά στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο (1) στην Επιτροπή ανά διετία.

(3) Η αρμόδια αρχή τηρεί αρχείο των δεδομένων που συγκεντρώνονται κατά το προηγούμενο έτος.

(4) Οι επιχειρήσεις που ευθύνονται για τους οδηγούς διατηρούν, για περίοδο ενός έτους, όλα τα έγγραφα, πρωτόκολλα και άλλα σχετικά στοιχεία που τους διαβιβάζουν οι Επιθεωρητές, για τους ελέγχους που έγιναν στον επιχειρησιακό τους χώρο ή/και στους οδηγούς τους καθ’ οδόν.

Έλεγχος οδηγών, οχημάτων και εγκαταστάσεων επιχειρήσεων

9.-(1) Η αρμόδια αρχή, σε συνεργασία με την Αστυνομία, μεριμνά, ώστε να πραγματοποιούνται τουλάχιστον έξι (6) φορές τον χρόνο, συντονισμένοι καθ’ οδόν έλεγχοι οδηγών και οχημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 561/2006 ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 165/2014 και να οργανώνονται συντονισμένοι έλεγχοι στις εγκαταστάσεις επιχειρήσεων.

(2) Οι συντονισμένοι έλεγχοι, πραγματοποιούνται ταυτόχρονα με μία ή περισσότερες αρχές επιβολής του νόμου άλλων κρατών μελών, καθεμία από τις οποίες, ενεργεί εντός της επικράτειάς της.

Ενδοκοινοτικός σύνδεσμος

10.-(1) Ο Υπουργός ορίζει με διάταγμα, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, το φορέα που τον αντιπροσωπεύει στην επιτροπή, η οποία αναφέρεται στο άρθρο 12, παράγραφος 1 της Οδηγίας 2006/22/ΕΚ με τα ακόλουθα καθήκοντα:

(α) Να εξασφαλίζει το συντονισμό με αντίστοιχους φορείς στα λοιπά ενδιαφερόμενα κράτη μέλη όσον αφορά τις δράσεις που αναλαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 9 του παρόντος Νόμου·

(β) να διαβιβάζει στην Επιτροπή τα ανά διετία στατιστικά στοιχεία που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 17, παράγραφος 1 έως 3, του Κανονισμού 561/2006·

(γ) να είναι ο κύριος υπεύθυνος για την παροχή συνδρομής στις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 6 εδάφιο (3) του παρόντος Νόμου·

(δ) να διασφαλίζει την ανταλλαγή πληροφοριών με τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10Α και τις διατάξεις του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας των Εκτελούντων Κινητές Δραστηριότητες Οδικών Μεταφορών Νόμου.

(2) Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί στην Επιτροπή τον ορισμό του φορέα που ορίζεται δυνάμει του εδαφίου (1).

Ανταλλαγή πληροφοριών

10Α.-(1) Πληροφορίες που έχουν ανταλλαχθεί διμερώς δυνάμει του Άρθρου 22, παράγραφος 3 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 561/2006, ανταλλάσσονται μεταξύ του φορέα που ορίζεται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 10 και των αντίστοιχων φορέων των άλλων κρατών μελών, που έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή-

(α) τουλάχιστον μία (1) φορά ανά εξάμηνο· ή

(β) έπειτα από αιτιολογημένο αίτημα άλλου κράτους μέλους σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

(2)(α) Ο φορέας που ορίζεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 10, παρέχει τις πληροφορίες που ζητά ο αντίστοιχος φορέας άλλου κράτους μέλους δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), εντός είκοσι πέντε (25) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος:

Νοείται ότι, σε περίπτωση συμφωνίας μεταξύ των φορέων της Δημοκρατίας και των άλλων κρατών μελών, η πιο πάνω προθεσμία δύναται να συμπτυχθεί:

Νοείται περαιτέρω ότι, σε επείγουσες περιπτώσεις ή σε περιπτώσεις που απαιτείται μόνο μία απλή εξέταση μητρώων, όπως τα μητρώα του συστήματος αποτίμησης επικινδυνότητας, οι ζητούμενες πληροφορίες παρέχονται εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών.

(β) Σε περίπτωση που ο φορέας που ορίζεται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 10, έχει λάβει αίτημα το οποίο θεωρεί ότι είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένο, ενημερώνει τον αντίστοιχο φορέα του κράτους μέλους που υπέβαλε το αίτημα εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του αιτήματος, ώστε ο τελευταίος να τεκμηριώσει περαιτέρω το αίτημά του:

Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο φορέας του κράτους μέλους που υπέβαλε το αίτημα, δεν δύναται να τεκμηριώσει περαιτέρω το αίτημα, ο φορέας που ορίζεται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 10 και ο οποίος έχει λάβει το αίτημα, δύναται να το απορρίψει.

(γ) Σε περίπτωση που είναι δύσκολη ή αδύνατη η ανταπόκριση σε αίτημα παροχής πληροφοριών ή διενέργειας ελέγχων, επιθεωρήσεων ή ερευνών, ο φορέας που ορίζεται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 10 και ο οποίος έχει λάβει το αίτημα, ενημερώνει αναλόγως τον αντίστοιχο φορέα του κράτους μέλους που υπέβαλε το αίτημα εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής του αιτήματος, τεκμηριώνοντας και αιτιολογώντας δεόντως την εν λόγω δυσκολία ή αδυναμία:

Νοείται ότι, τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη συζητούν μεταξύ τους με στόχο την εξεύρεση λύσης.

(δ) Σε περίπτωση επίμονων καθυστερήσεων στη διαβίβαση στον φορέα που ορίζεται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 10, των πληροφοριών που αιτήθηκε από τον φορέα του άλλου κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου είναι αποσπασμένος ο εργαζόμενος, ο φορέας που ορίζεται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 10 ενημερώνει την Επιτροπή για τις καθυστερήσεις.

(3) Η ανταλλαγή πληροφοριών, που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, πραγματοποιείται μέσω του Συστήματος Πληροφόρησης για την εσωτερική αγορά (IMI):

Νοείται ότι, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε πληροφορίες τις οποίες ανταλλάσσουν τα κράτη μέλη, μέσω άμεσης αναζήτησης στα εθνικά ηλεκτρονικά μητρώα, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 16, παράγραφος 5 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1071/2009.

Βέλτιστη πρακτική

11.-(1) Η αρμόδια αρχή συνεργάζεται με τα άλλα κράτη μέλη ώστε να εκπονεί κοινά προγράμματα κατάρτισης με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές που χαράσσει εκάστοτε η Επιτροπή, σχετικά με τη βέλτιστη πρακτική∙ συνεργάζεται δε επίσης ώστε τα προγράμματα αυτά να διοργανώνονται τουλάχιστον μία φορά το χρόνο και να διευκολύνουν τις ανταλλαγές προσωπικού των αντίστοιχων φορέων τους για ενδοκοινοτικό σύνδεσμο με ομολόγους τους σε άλλα κράτη μέλη, τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο.

(1Α) Η αρμόδια αρχή συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών για την εκπαίδευση και κατάρτιση του προσωπικού τους με βάση τα υφιστάμενα συστήματα εφαρμογής του παρόντος Νόμου.

(2) Η αρμόδια αρχή εξασφαλίζει ότι οι Επιθεωρητές είναι καλά καταρτισμένοι για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Ενημέρωση οδηγών

11Α. Οι εργοδότες εξασφαλίζουν ότι οι οδηγοί τους ενημερώνονται σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο.

Πληροφορίες που υποβάλλονται στην Επιτροπή

12. Οι πληροφορίες, οι οποίες υποβάλλονται από την αρμόδια αρχή στην Επιτροπή, σύμφωνα με το Άρθρο 17 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 561/2006 και το άρθρο 17 του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας των Εκτελούντων Κινητές Δραστηριότητες Οδικών Μεταφορών Νόμου, περιλαμβάνουν τον αριθμό των οδηγών που ελέγχθηκαν καθ’ οδόν, τον αριθμό των ελέγχων στις εγκαταστάσεις επιχειρήσεων, τον αριθμό των εργάσιμων ημερών που ελέγχθηκαν, καθώς και τον αριθμό και τη φύση των παραβάσεων που αναφέρθηκαν και καταδεικνύουν εάν πρόκειται για μεταφορά προσώπων ή εμπορευμάτων.

Εξουσιοδότηση Επιθεωρητών

13. Ο Υπουργός δύναται, με γνωστοποίησή του, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να εξουσιοδοτεί Επιθεωρητές για την αποτελεσματική εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.

Εξουσίες Επιθεωρητών ή/και αστυνομικών

14.-(1) Οποιοσδήποτε Επιθεωρητής ή/και αστυνομικός δύναται σε οποιαδήποτε εύλογη ώρα, επιδεικνύοντας το πιστοποιητικό της ιδιότητάς του, να ασκήσει οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες εξουσίες:

(α) Να εισέλθει, σε οποιοδήποτε χώρο ή υποστατικό, εξαιρουμένης κατοικίας, το οποίο εύλογα πιστεύει ότι χρησιμοποιείται για σκοπούς οδικών μεταφορών (που στο εξής, στο παρόν άρθρο θα αναφέρεται ως «ο χώρος ή υποστατικό») ή ότι όχημα που χρησιμοποιείται γι’ αυτούς τους σκοπούς βρίσκεται στο χώρο ή στο υποστατικό και να επιθεωρήσει το χώρο ή το υποστατικό ή το όχημα και οποιαδήποτε έγγραφα, στοιχεία, βιβλία ή συσκευή ελέγχου και φύλλα καταγραφής ή κάρτες ταχογράφου, που φυλάσσονται ή χρησιμοποιούνται σ’ αυτό το χώρο ή υποστατικό ή όχημα, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, συνοδευόμενος από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, του οποίου την παρουσία κρίνει αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκεί εξουσία δυνάμει του παρόντος άρθρου και φέροντας μαζί του οποιοδήποτε εξοπλισμό ή υλικά, που κρίνει αναγκαία για οποιοδήποτε σκοπό για τον οποίο ασκεί εξουσία δυνάμει του παρόντος άρθρου·

(β) να ανακόπτει, εισέρχεται, επιθεωρεί ή ερευνά και διενεργεί έλεγχο σε σχετικό όχημα·

(γ) να επιθεωρεί οποιαδήποτε έγγραφα, στοιχεία, βιβλία, φορτίο ή συσκευή ελέγχου και φύλλα καταγραφής ή κάρτες ταχογράφου, που μεταφέρονται από το όχημα ή φυλάσσονται από το πλήρωμα του οχήματος ή χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου·

(δ) να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται στο χώρο ή υποστατικό ή στο όχημα, για το οποίο έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι μπορεί να παράσχει πληροφορίες, την παρουσίαση οποιωνδήποτε εγγράφων, στοιχείων, βιβλίων, συσκευής ελέγχου και φύλλων καταγραφής ή καρτών ταχογράφου, που φυλάσσονται ή χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου·

(ε) να λαμβάνει αντίγραφα και αποσπάσματα από οποιαδήποτε έγγραφα, στοιχεία ή βιβλία, συσκευή ελέγχου και φύλλα καταγραφής ή κάρτες ταχογράφου, που φυλάσσονται ή χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και να απαιτεί από οποιοδήποτε πρόσωπο από το οποίο τα πιο πάνω έγγραφα, στοιχεία ή βιβλία φυλάσσονται ή χρησιμοποιούνται ή παρουσιάζονται, την πιστοποίηση οποιουδήποτε αντιγράφου ως ακριβούς αντιγράφου·

(στ) εάν τούτο απαιτείται, να μεταφέρει και να κατακρατήσει ή δεσμεύσει οποιαδήποτε έγγραφα, στοιχεία, βιβλία, συσκευή ελέγχου και φύλλα καταγραφής, που φυλάσσονται ή χρησιμοποιούνται στο εν λόγω χώρο ή υποστατικό ή όχημα, σε τόπο που είναι κατάλληλος για τη διεξαγωγή των απαιτούμενων ελέγχων, εξετάσεων ή δοκιμών, για όσο χρόνο κρίνει αναγκαίο· και

(ζ) να απαιτήσει από επιχείρηση να του παράσχει οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με τον αριθμό των ημερών που εργάστηκαν οι οδηγοί οχημάτων της επιχείρησης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών 561/2006 και 3821/85.

(2) Σε περίπτωση που Επιθεωρητής ή/και αστυνομικός έχει εύλογη αιτία να πιστεύει, βάσει της άσκησης των εξουσιών που του χορηγούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου, ότι παραβιάζεται ή δεν τυγχάνει συμμόρφωσης οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου ή των Κοινοτικών Κανονισμών που αναφέρονται στο Προοίμιο αυτού, έχει εξουσία, προς τον κάτοχο ή τον υπεύθυνο του σχετικού υποστατικού ή άλλου χώρου ή οχήματος-

(i) να ζητεί τον τερματισμό της προαναφερόμενης παράβασης ή μη συμμόρφωσης και να καθορίζει το χρόνο εντός του οποίου ο προαναφερόμενος τερματισμός πρέπει, κατά την κρίση του να επέλθει,

(ii) να ακινητοποιεί το οικείο όχημα μέχρις ότου αρθεί το αίτιο της παράβασης, νοουμένου ότι η παράβαση ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την οδική ασφάλεια.

(3) Οι Επιθεωρητές και οι αστυνομικοί είναι εφοδιασμένοι με-

(α) κατάλογο των βασικών στοιχείων που πρέπει να ελέγχονται, όπως καθορίζονται στα Μέρη Α και Β του Παραρτήματος Ι,

(β) τυποποιημένο εξοπλισμό ελέγχου, όπως καθορίζεται στο Παράρτημα ΙΙ.

Στοιχεία που καταγράφονται στα φύλλα καταγραφής ή στην κάρτα του ταχογράφου

15. Η μέθοδος και ο τρόπος εξαγωγής των ωρών οδήγησης, ανάπαυσης, διαλειμμάτων, εκτέλεσης άλλης εργασίας, διαθεσιμότητας καθώς επίσης της ταχύτητας και της απόστασης που διένυσε το όχημα, με βάση τα στοιχεία που βρίσκονται καταγραμμένα στα φύλλα καταγραφής ή στην κάρτα ταχογράφου ή στην ηλεκτρονική μνήμη του ψηφιακού ταχογράφου του οχήματος, τεκμαίρονται ως ορθά.

Παρακώλυση Επιθεωρητή ή/και αστυνομικού

16.-(1) Πρόσωπο το οποίο –

(α) παρακωλύει οποιοδήποτε Επιθεωρητή ή/και αστυνομικό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, ή

(β) παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε απαίτηση που επιβάλλεται σ’ αυτόν από Επιθεωρητή ή/και αστυνομικό, δυνάμει οποιασδήποτε διάταξης του παρόντος Νόμου, ή

(γ) χωρίς εύλογη αιτία, παραλείπει να παράσχει σε Επιθεωρητή ή/και αστυνομικό οποιαδήποτε άλλη βοήθεια ή πληροφορία, την οποία εύλογα ήθελε ζητήσει ο εν λόγω Επιθεωρητής ή/και αστυνομικός προς το σκοπό εκπλήρωσης των καθηκόντων του, δυνάμει του παρόντος Νόμου, ή

(δ) παρέχοντας οποιαδήποτε πληροφορία προβαίνει εν γνώσει του σε ανακριβή δήλωση,

είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια διακόσια ογδόντα ένα ευρώ (€1.281) ή και στις δύο αυτές ποινές.

Παραβάσεις ενωσιακών Κανονισμών

16Α.(1) Οποιοδήποτε πρόσωπο παραβαίνει τις διατάξεις της παραγράφου (1) του Άρθρου 5, των παραγράφων (1), (2) και (3) του Άρθρου 6, του Άρθρου 7, των παραγράφων (2), (5), της πρώτης και δεύτερης υποπαραγράφου της παραγράφου (6), της πρώτης υποπαραγράφου της παραγράφου (6α), της υποπαραγράφου (β)(ii) της παραγράφου (6α), της υποπαραγράφου (δ) της παραγράφου (6α), της δεύτερης υποπαραγράφου της παραγράφου (6β), της παραγράφου (8) και της παραγράφου (8α) του Άρθρου 8, των παραγράφων (1) και (2) του Άρθρου 10 του Κανονισμού 561/2006 και της παραγράφου (1) του Άρθρου 3, των παραγράφων (1), (4) και (4α) του Άρθρου 23, του Άρθρου 27, των παραγράφων (1) και (3) του Άρθρου 32, των παραγράφων (1) και (2) του Άρθρου 33, των παραγράφων (1) έως (7) του Άρθρου 34, των  παραγράφων (1) και (2) του Άρθρου 36 και του Άρθρου 37 του Κανονισμού 165/2014, διαπράττει ποινικό αδίκημα.

(2) Το Δικαστήριο, κατά τη λήψη απόφασης για την επιβολή ποινής για τη διάπραξη αδικήματος που προβλέπεται στο εδάφιο (1), δύναται να λαμβάνει υπόψη τον Βαθμό Σοβαρότητας της παράβασης, όπως αυτός κατηγοριοποιείται στο Παράρτημα ΙΙΙ και επιβάλλει τις προβλεπόμενες στο εδάφιο (3) ποινές.

(3) Δικαστήριο, το οποίο καταδικάζει, οποιοδήποτε πρόσωπο για παραβάσεις του Κανονισμού 561/2006 και του Κανονισμού 165/2014 σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), επιβάλλει τις ακόλουθες ποινές:

(α) Για παραβάσεις που κατηγοριοποιούνται με βάση το Παράρτημα ΙΙΙ ως Ελαφρά Παράβαση (ΕΠ), ποινή  φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000) ή και στις δύο αυτές ποινές·

(β) για παραβάσεις που κατηγοριοποιούνται με βάση το Παράρτημα ΙΙΙ ως Σοβαρή Παράβαση (ΣΠ), ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ (€2.000) ή και στις δύο αυτές ποινές·

(γ) για παραβάσεις που κατηγοριοποιούνται με βάση το Παράρτημα ΙΙΙ ως Πολύ Σοβαρή Παράβαση (ΠΣΠ), ποινή  φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους πέντε (5) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή και στις δύο αυτές ποινές· και

(δ) για παραβάσεις που κατηγοριοποιούνται με βάση το Παράρτημα ΙΙΙ ως Πλέον Σοβαρή Παράβαση (ΠλΣΠ), ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

Αδικήματα και ποινές

17.-(1) Πρόσωπο το οποίο-

(α) παραβαίνει οποιαδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων διαταγμάτων˙

(β) παραβαίνει τις διατάξεις της παραγράφου (5) του Άρθρου 6, της παραγράφου (4), της τρίτης υποπαραγράφου της παραγράφου (6), πρώτης υποπαραγράφου της παραγράφου (6β), της παραγράφου (7), της παραγράφου (8), της παραγράφου (8α) και της παραγράφου (9) του Άρθρου 8, του Άρθρου 9, των παραγράφων (4) και (5) του Άρθρου 10, των Άρθρων 12, 16 και 20 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 561/2006∙ ή τις διατάξεις της τελευταίας υποπαραγράφου, της παραγράφου (1) του Άρθρου 8, των παραγράφων (1) και (7) του Άρθρου 9, του Άρθρου 10, της παραγράφου (2) του Άρθρου 21, της δεύτερης και τρίτης υποπαραγράφου της παραγράφου (5) του Άρθρου 22, της παραγράφου (5) του Άρθρου 29, της παραγράφου (4) του Άρθρου 32 και του Άρθρου 35 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 165/2014˙ ή

(γ) επιτρέπει σε πρόσωπο που εργοδοτεί ή υπόκειται στις διαταγές του να προβαίνει σε οποιαδήποτε εκ των παραβάσεων που προβλέπονται στις παραγράφους (α) ή (β),

είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται  σε ποινή  φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(2) Οποιοδήποτε πρόσωπο οδηγεί ή επιτρέπει την οδήγηση οχήματος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου, στο οποίο δεν είναι τοποθετημένη πινακίδα τοποθέτησης και πινακίδα περιοδικού ελέγχου, όπως απαιτείται από τον Κανονισμό 3821/85, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια εφτακόσια οχτώ ευρώ (€1.708) ή και στις δύο αυτές ποινές.

(3) Όταν νομικό πρόσωπο διαπράττει αδίκημα βάσει του παρόντος Νόμου, κάθε πρόσωπο που το αντιπροσωπεύει για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και κάθε διευθυντής ή μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ή διευθύνων σύμβουλος ή γραμματέας ή άλλος αξιωματούχος του νομικού αυτού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που κατέχει οποιαδήποτε από τις προαναφερθείσες στο παρόν εδάφιο ιδιότητες, που εξουσιοδοτεί ή παρακινεί ή επιτρέπει την τέλεση της πράξης ή την παράλειψη η οποία συνιστά το αδίκημα, είναι, ταυτόχρονα με το νομικό πρόσωπο, ένοχο του αδικήματος αυτού και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στις ποινές που προβλέπει ο Νόμος αυτός για το εν λόγω αδίκημα.

Αποδεκτή μαρτυρία

18. Σε οποιαδήποτε διαδικασία για αδίκημα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, οποιαδήποτε στοιχεία καταγράφηκαν από συσκευή ελέγχου αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία προς απόδειξη των γεγονότων στα οποία αυτά αναφέρονται.

Διατάγματα του Υπουργού

19. Ο Υπουργός δύναται να ορίσει με διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας-

(α) τη συχνότητα τηλεφόρτωσης που αναφέρεται στο άρθρο 10(5)(α)(i) του Κανονισμού 561/2006,

(β) τον τύπο του εγγράφου το οποίο χρησιμοποιείται, όταν ο οδηγός είναι σε άδεια λόγω ασθενείας ή σε ετήσια άδεια ή όταν ο οδηγός έχει οδηγήσει άλλο όχημα που εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού 561/2006, κατά την περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 15(7)(α)(i) του Κανονισμού 3821/85.

Κανονισμοί

20.-(1) Για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Υπουργικό Συμβούλιο εκδίδει Κανονισμούς.

(2) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του πιο πάνω εδαφίου, οι πιο πάνω Κανονισμοί δύνανται να ρυθμίζουν τα ακόλουθα θέματα:

(α) Τις διαδικασίες για την εγκατάσταση συστημάτων για την ηλεκτρονική ανταλλαγή πληροφοριών, σύμφωνα με την κοινή μεθοδολογία που καθορίζεται από την Επιτροπή,

(β) τις διαδικασίες για την εισαγωγή συστήματος αποτίμησης επικινδυνότητας για τις επιχειρήσεις, ανάλογα με το σχετικό αριθμό και τη σοβαρότητα των παραβάσεων του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 561/2006 και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 165/2014, τις οποίες διαπράττει συγκεκριμένη επιχείρηση:

Νοείται ότι, για την εισαγωγή του εν λόγω συστήματος αποτίμησης επικινδυνότητας, λαμβάνεται υπόψη, η κατηγοριοποίηση των παραβάσεων, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο Παράρτημα ΙΙΙ:

Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου να διευκολυνθούν οι στοχευμένοι έλεγχοι καθ’ οδόν, τα δεδομένα που περιέχονται στο σύστημα αποτίμησης επικινδυνότητας είναι προσβάσιμα από όλες τις αρχές ελέγχου της Δημοκρατίας κατά τον χρόνο του ελέγχου και ότι ο φορέας που ορίζεται δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 10 θέτει τις πληροφορίες που περιέχονται στο σύστημα αποτίμησης επικινδυνότητας, μέσω διαλειτουργικών εθνικών ηλεκτρονικών μητρώων, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 16 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1071/2009, άμεσα, στη διάθεση των αρμόδιων αρχών άλλων κρατών μελών, σύμφωνα με το Άρθρο 16 παράγραφος 2 του εν λόγω Κανονισμού.

Κατάργηση

21.-(1) Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, ο περί Ελέγχου των Ωρών Οδήγησης και Ανάπαυσης Οδηγών Ορισμένων Οχημάτων Νόμος του 2004 καταργείται.

(2) Οποιοιδήποτε Κανονισμοί, διάταγμα, πιστοποιητικό, άδεια ή άλλο έγγραφο έχει εκδοθεί δυνάμει των διατάξεων του ως άνω καταργηθέντος Νόμου, συνεχίζει να υφίσταται μέχρι την αντικατάσταση ή λήξη αυτού και τεκμαίρεται ότι το περιεχόμενο των εν λόγω Κανονισμών, του διατάγματος, του πιστοποιητικού, της άδειας ή άλλου εγγράφου, ικανοποιεί πλήρως τους όρους ή τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
Παράρτημα Ι

(ʼΑρθρα 6(2), 7(1), 14(3)(α))

Μέρος Α

ΚΑΘ' ΟΔΟΝ ΕΛΕΓΧΟΙ

 

Κατά τους καθ οδόν έλεγχους, καλύπτονται τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) Ημερήσιες και εβδομαδιαίες περίοδοι οδήγησης·

(β) διαλείμματα·

(γ) ημερήσιες και εβδομαδιαίες περίοδοι ανάπαυσης·

(δ) για την περίοδο που προβλέπεται στο Άρθρο 36 παράγραφοι 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 165/2014, περιπτώσεις κατά τις οποίες σημειώνεται υπέρβαση της επιτρεπόμενης ταχύτητας του οχήματος, η οποία ορίζεται ως κάθε περίοδος διάρκειας άνω του ενός (1) λεπτού κατά την οποία η ταχύτητα του οχήματος υπερβαίνει τα ενενήντα χιλιόμετρα ανά ώρα (90 km/h) για οχήματα κατηγορίας N3 ή τα εκατόν πέντε χιλιόμετρα ανά ώρα (105 km/h) για οχήματα κατηγορίας M3, όπως οι κατηγορίες αυτές ορίζονται στον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμο·

(ε) ενδεχομένως, στιγμιαίες ταχύτητες του οχήματος όπως έχουν καταγραφεί από τη συσκευή ελέγχου το πολύ κατά τις τελευταίες είκοσι τέσσερις ώρες χρησιμοποίησης του οχήματος·

(στ) σωστή λειτουργία της συσκευής ελέγχου (εντοπισμός ενδεχόμενης αντικανονικής χρησιμοποίησης της συσκευής ή/και της κάρτας οδηγού ή/και των φύλλων καταγραφής) ή, ανάλογα με την περίπτωση, παρουσία των εγγράφων που αναφέρονται στο Άρθρο 16 παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 561/2006·

(ζ) τα φύλλα καταγραφής των προηγούμενων ημερών που φέρονται επί του οχήματος σύμφωνα με το Άρθρο 36 παράγραφους 1 και 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 165/2014 ή/και τα δεδομένα που έχουν καταχωρηθεί για το ίδιο χρονικό διάστημα στην κάρτα οδηγού ή/και στη μνήμη της συσκευής ελέγχου που ανακτώνται με τον εξοπλισμό που αναφέρεται στο Παράρτημα ΙΙ ή/και στις εκτυπώσεις·

(η) Κατά περίπτωση, και με τη δέουσα προσοχή σε ζητήματα ασφάλειας, επαλήθευση της συσκευής ελέγχου επί του οχήματος, για να εντοπιστεί η εγκατάσταση και/ή χρήση οποιασδήποτε συσκευής ή συσκευών που προορίζονται για καταστροφή, απόκρυψη, παραποίηση ή αλλοίωση δεδομένων ή που έχουν σκοπό να παρεμβαίνουν σε οποιοδήποτε σημείο της ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ των συστατικών μερών της συσκευής ελέγχου, ή που με τέτοιους τρόπους, παρεμποδίζουν ή αλλοιώνουν τα δεδομένα πριν από την κρυπτογράφηση·

(θ) ο αυξημένος μέγιστος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας των εξήντα (60) ωρών, όπως ορίζεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 5 του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας των Εκτελούντων Κινητές Δραστηριότητες Οδικών Μεταφορών Νόμου ή άλλος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας, όπως ορίζεται στα άρθρα 5 και 6 του ίδιου Νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι τα διαθέσιμα τεχνολογικά μέσα επιτρέπουν τη διενέργεια αποτελεσματικών ελέγχων.

 

Μέρος Β

ΕΛΕΓΧΟΙ ΣΤΙΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

 

Επιπλέον των στοιχείων που αναγράφονται στο Μέρος Α, στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων ελέγχονται τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) Οι εβδομαδιαίες περίοδοι ανάπαυσης και ο εβδομαδιαίος χρόνος οδήγησης μεταξύ των εν λόγω περιόδων ανάπαυσης·

(β) η τήρηση του δεκαπενθημέρου ορίου των ωρών οδήγησης·

(γ) τα φύλλα καταγραφής, τα δεδομένα και οι εκτυπώσεις της μονάδας του οχήματος και της κάρτας του οδηγού·

(δ) ο μέγιστος μέσος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας, τα διαλείμματα και οι απαιτήσεις νυκτερινής εργασίας, όπως ορίζεται στα άρθρα 5, 6 και 8 του περί της Οργάνωσης του Χρόνου Εργασίας των Εκτελούντων Κινητές Δραστηριότητες Οδικών Μεταφορών Νόμου· και

(ε) η τήρηση των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων όσον αφορά την πληρωμή καταλύματος για τον οδηγό και την οργάνωση του χρόνου εργασίας των οδηγών, σύμφωνα με το Άρθρο 8, παράγραφοι 8 και 8α του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 561/2006.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

(΄Αρθρο 14(3)(β))

ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ

ΣΤΙΣ ΜΟΝΑΔΕΣ ΕΛΕΓΧΟΥ

 

Στις μονάδες ελέγχου που εκτελούν τα καθήκοντα που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι, διατίθεται ο ακόλουθος τυποποιημένος εξοπλισμός:

(α) Εξοπλισμός ικανός να τηλεφορτώνει δεδομένα από τη μονάδα οχήματος και την κάρτα οδηγού του ψηφιακού ταχογράφου, να αναγιγνώσκει δεδομένα, να αναλύει δεδομένα ή/και να διαβιβάζει ευρήματα προς  κεντρική βάση δεδομένων για ανάλυση·

και

(β) εξοπλισμός για τον έλεγχο των φύλλων ταχογράφου·

(γ) εξοπλισμός για τον έλεγχο της λειτουργίας των συσκευών ελέγχου.

(δ) Ειδικός εξοπλισμός ανάλυσης, με κατάλληλο λογισμικό, για επαλήθευση και επιβεβαίωση των ψηφιακών υπογραφών που τίθενται σε δεδομένα, καθώς και ειδικό λογισμικό ανάλυσης για την παροχή λεπτομερών χαρακτηριστικών ταχύτητας των οχημάτων πριν από την επιθεώρηση των συσκευών ελέγχου.

 

 

 

 

 

 

 

Αρ. Φακ.: 23.01.048.092-2007

/ΜΑΤ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Πατήστε εδώ γα το Παράρτημα III.