15.-(1) Σε σχέσεις εργασίας που προβλέπουν δοκιμαστική περίοδο, η εν λόγω περίοδος δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε ρυθμίσεων ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου:
(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1), σε περίπτωση ανανέωσης σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένου χρόνου για την ίδια θέση και τα ίδια καθήκοντα, δεν απαιτείται νέα δοκιμαστική περίοδος για τη σχέση εργασίας.
(3) Τα διευθυντικά στελέχη νομικών προσώπων εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου (1) και (2) σε σχέση με τη μέγιστη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου:
(4) Στις περιπτώσεις που εργοδοτούμενος απουσίασε από την εργασία του κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου, ο εργοδότης του έχει τη δυνατότητα να παρατείνει την δοκιμαστική περίοδο για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το χρονικό διάστημα της απουσίας του εργοδοτουμένου.
16. Ο εργοδότης δεν δύναται να απαγορεύει σε εργοδοτούμενο να αναλάβει εργασία σε άλλους εργοδότες, εκτός του ωραρίου εργασίας που καθορίζεται στη σύμβαση ή σχέση εργασίας με τον εν λόγω εργοδότη ή να επιφυλάξει δυσμενή μεταχείριση σε εργοδοτούμενο για τον λόγο αυτό:
17.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία το πρόγραμμα οργάνωσης του χρόνου εργασίας είναι εξολοκλήρου ή ως επί το πλείστον μη προβλέψιμο, ο εργοδοτούμενος δεν υποχρεώνεται από τον εργοδότη να εργαστεί, εάν δεν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) Η εργασία λαμβάνει χώρα εντός προκαθορισμένων ωρών και ημερών αναφορά, όπως προβλέπονται στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (ιγ) του εδαφίου (3) του άρθρου 11· και
(β) ο εργοδοτούμενος έχει ενημερωθεί από τον οικείο εργοδότη για την ανάθεση εργασίας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος πριν από την ώρα έναρξης της εργασίας:
(2) Σε περίπτωση που τουλάχιστον μία εκ των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο εδάφιο (1) δεν πληρούται, ο εργοδοτούμενος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την ανάθεση εργασίας, χωρίς να υποστεί οποιεσδήποτε δυσμενείς συνέπειες.
(3) Σε περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης ακυρώσει την ανάθεση εργασίας-
(α) δεν υποχρεούται να καταβάλει στον εργοδοτούμενο οποιαδήποτε αποζημίωση, νοουμένου ότι ακυρώνει την ανάθεση εργασίας εντός της προθεσμίας η οποία καθορίζεται με βάση τις διατάξεις της υποπαραγράφου (iii) της παραγράφου (ιγ) του εδαφίου (3) του άρθρου 11·
(β) εκτός της προθεσμίας η οποία καθορίζεται με βάση την υποπαράγραφο (iii) της παραγράφου (ιγ) του εδαφίου (3) του άρθρου 11 υποχρεούται όπως καταβάλει αποζημίωση στον εργοδοτούμενο.
(4) Η προβλεπόμενη στο εδάφιο (3) αποζημίωση είναι τουλάχιστον ίση με το ημερομίσθιο του εργοδοτουμένου για τη συγκεκριμένη ημέρα.
18. Συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας κατά παραγγελία ή ζήτηση και παρόμοιες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας επιτρέπονται, νοουμένου ότι σε αυτές ο εργοδοτούμενος με μερική απασχόληση εργάζεται σε ευκαιριακή βάση και-
(α) η συνολική διάρκεια απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη δεν υπερβαίνει τις οκτώ (8) εβδομάδες ανά ημερολογιακό έτος με μέγιστη συνεχόμενη διάρκεια, ανά περίπτωση, τις τρεις (3) εβδομάδες, ή
(β) η συνολική διάρκεια συνεχόμενης απασχόλησής του δεν υπερβαίνει τις πέντε (5) ώρες την εβδομάδα.
19.-(1) Εργοδοτούμενος με τουλάχιστον έξι (6) μήνες υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη ο οποίος έχει ολοκληρώσει τη δοκιμαστική του περίοδο, εφόσον αυτή προβλέπεται από την σύμβαση ή σχέση εργασίας, έχει το δικαίωμα να υποβάλει αίτημα μετάβασης σε μορφή απασχόλησης με πιο προβλέψιμους και ασφαλείς όρους εργασίας, εφόσον αυτή είναι διαθέσιμη και να λάβει αιτιολογημένη γραπτή απάντηση από τον εργοδότη.
(2) Ο εργοδότης παρέχει την αιτιολογημένη γραπτή απάντηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) εντός ενός (1) μηνός από την υποβολή του αιτήματος του εργοδοτουμένου.
20. Σε περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης σύμφωνα με τις διατάξεις οποιασδήποτε οικείας νομοθεσίας στη Δημοκρατία ή τις συλλογικές συμβάσεις υποχρεούται να παρέχει κατάρτιση στον εργοδοτούμενο, για την εκτέλεση της εργασίας που του έχει ανατεθεί, η κατάρτιση αυτή παρέχεται δωρεάν στον εργοδοτούμενο, θεωρείται χρόνος εργασίας και εάν είναι εφικτό, πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια του κανονικού ωραρίου εργασίας:
21. Οι κοινωνικοί εταίροι δύνανται να διαπραγματεύονται, να συνάπτουν και να υιοθετούν συλλογικές συμβάσεις, καθώς και να διατηρούν υφιστάμενες συλλογικές συμβάσεις με τις οποίες, τηρώντας ταυτόχρονα τη γενική προστασία των εργοδοτουμένων, θεσπίζονται όροι εργασίας διαφορετικοί από τους προβλεπόμενους στα άρθρα 15 έως 20.